Τελευταία Νέα
Υγεία & Χρηστικά Νέα

FT - Η επανεκκίνηση της ιστορίας θέτει σε κίνδυνο το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης - Το μήνυμα των επενδυτών στις αναδυόμενες

FT - Η επανεκκίνηση της ιστορίας θέτει σε κίνδυνο το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης - Το μήνυμα των επενδυτών στις αναδυόμενες
Αναγκαία η αμφισβήτηση των παραδοχών σχετικά με το θρίαμβο του καπιταλισμού
Τη δεκαετία του ’90 και μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου o παγκοσμίως γνωστός πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, Francis Fykuyama είχε προβλέψει όχι μόνο το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αλλά και το τέλος της ιστορίας.
«Η ιδεολογική μας εξέλιξη ολοκληρώθηκε με την καθολική αποδοχή της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβέρνησης» είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Fukuyama.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν σε σημερινό δημοσίευμα τους οι Financial Times, η ιστορία ξαναγράφεται αυτές τις ημέρες.
«Φαίνεται πως ήταν πρόωρη η διακήρυξη του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, πόσο μάλλον της ίδιας της ιστορίας. Ο διάλογος μεταξύ της Ουάσινγκτον και της Μόσχας, όπως τουλάχιστον αυτός εκτυλίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες, αποτελεί ένα οδυνηρό απομεινάρι μιας εποχής που πολλοί πίστευαν ότι είχε «κλείσει» πριν από περίπου 30 χρόνια» υπογραμμίζουν οι Financial Times, τονίζοντας πως «η ιστορία μπορεί να βρίσκεται μπροστά μας».
«Οι παραλληλισμοί ανάμεσα στα γεγονότα στην Κριμαία και στους πρώτους κρίκους της αλυσίδας των λαθών που συνέβησαν πριν από 100 χρόνια και οδήγησαν από μια δολοφονία στο Σαράγεβο σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, είναι εμφανείς» υπογραμμίζει το δημοσίευμα, το οποίο τονίζει ωστόσο ότι η ιστορία δεν επανεκκίνησε ξαφνικά τις τελευταίες εβδομάδες.
«Τα τελευταία χρόνια είναι εμφανές ότι η «ιδεολογική μας εξέλιξη» κάθε άλλο παρά έχει ολοκληρωθεί, καθώς υπερισχύουν ιδεολογίες πολύ διαφορετικές από τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία. Αυτό άλλωστε δείχνουν οι αγορές» υπογραμμίζουν οι Financial Times.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επενδυτική διάθεση προς τις αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθεί να επιδεινώνεται, γεγονός που μεταξύ άλλων θα πρέπει να αποδοθεί και στο ότι οι επενδυτές έχουν θορυβηθεί από τις αποκλίσεις που καταγράφονται σε αυτές τις οικονομίες σε σύγκριση με τον καπιταλισμό της Δύσης.
Σε πρόσφατη έρευνα του ο John Paul Smith, επικεφαλής ερευνητής των αναδυόμενων αγορών της Deutsche Bank μοίρασε τις μετοχές που περιλαμβάνονται στο δείκτη MSCI των αναδυόμενων αγορών σε δύο κατηγορίες, στις ελεγχόμενες και στις μη ελεγχόμενες από το κράτος.
Η έρευνα του έδειξε ότι από το Σεπτέμβριο του 2011, οι μη ελεγχόμενες από το κράτος μετοχές είχαν διατηρήσει την αξία τους, καταγράφοντας απώλειες της τάξης του 2%, σε αντίθεση με τις «ελεγχόμενες μετοχές» από το κράτος, οι οποίες έχασαν το 12% της αξίας τους.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι απώλειες ήταν ακόμα μεγαλύτερες στα κράτη εκείνα που διαθέτουν τις περισσότερες μεγάλες εταιρείες που τελούν υπό κρατικό έλεγχο, όπως για παράδειγμα στην Κίνα (διαχειρίζεται το 78% των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών), στη Ρωσία και στη Βραζιλία.
Αλλά οι ανησυχίες των επενδυτών – όπως αναφέρουν οι Financial Times– εκτείνονται πέρα από τη Ρωσία, και φτάνουν μέχρι και την Τουρκία, όπου ανατρέπονται βασικές αντιλήψεις της Δύσης για την ελευθερία του λόγου (με το πρόσφατο κλείσιμο του twitter και του youtube).
«Από την κρίση του 2008 και μετά, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους ψηφοφόρους των αναδυόμενων οικονομιών να γυρίσουν την πλάτη τους στο δυτικό μοντέλο. Για παράδειγμα οι Ρώσοι είναι αηδιασμένοι με τον τρόπο που οι κρατικές επιχειρήσεις – «διαμάντια» τους ιδιωτικοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1990, δημιουργώντας τη «γενιά» των ολιγαρχών» τονίζουν οι FT, επισημαίνοντας πως οι κυβερνήσεις στα κράτη αυτά τονίζουν ότι τα δημόσια οικονομικά τους είναι πολύ πιο υγιή από αυτά των δυτικών κρατών.
«Το χρέος των αναδυόμενων οικονομιών αυξήθηκε μόνο μετά την κρίση. Τα πράγματα στη Δύση ήταν διαφορετικά» υπογραμμίζει το δημοσίευμα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι επενδυτές των αναδυόμενων αγορών είναι αντιμέτωποι με μια σειρά από ακανθώδη ζητήματα.
«Δεν έχει νόημα να αντιμετωπίσεις όλες τις αναδυόμενες αγορές ως μια κατηγορία asset. Και η περίφημη «φτήνια» των αναδυόμενων αγορών στο σύνολο τους αποδεικνύεται ότι χρειάζεται μια πολύ πιο προσεκτική εξέταση βάσει της μεγάλης έλλειψης δημοτικότητας που χαρακτηρίζει τους ελεγχόμενους από το κράτος τομείς, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα οικονομικά της Κίνας» υπογραμμίζει το δημοσίευμα.
Συνεπώς αναρωτιούνται οι Financial Times είναι αναπόφευκτη η ολίσθηση στις δύο ιδεολογίες και το τέλος της παγκοσμιοποίησης;
Η απάντηση είναι αρνητική όπως υπογραμμίζει ο Marcus Svedberg από την East Capital, η οποία επενδύει στη Ρωσία. «Η Ρωσία είναι πολύ πλούσια για να ανεχθεί για αρκετό καιρό μια κακή εταιρική διακυβέρνηση» τονίζει ο Svedberg.
Με τη μεσαία τάξη σε όλες τις αναδυόμενες οικονομίες να αναπτύσσεται και να ενισχύεται, είναι δύσκολο να «ματαιωθεί» ο καπιταλισμός, τονίζουν οι FT.
«Αλλά δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένος, όπως έκαναν πολλοί επενδυτές κατά την εποχή εκείνη που φαινόταν πως η ιστορία είχε τελειώσει. Αυτό συνεπάγεται επιπλοκές για τις αναπτυγμένες χρηματιστηριακές αγορές, οι οποίες τον περασμένο μήνα ξεπέρασαν τα υψηλά της προ κρίσης περιόδου. Η bullmarket της δεκαετίας του ’90 μπορεί να εκληφθεί ως μια αντίδραση «στο μέρισμα ειρήνης» που ανέκυψε μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Αυτό το «μέρισμα» αποδείχθηκε πως ήταν υπερβολικό και οι αγορές υπερτιμημένες» τονίζουν οι Financial Times.
«Τώρα οι επενδυτές πρέπει να αναρωτηθούν αν πρέπει να εξοφλήσουν κάποιο από το μέρος του «μερίσματος ειρήνης» που έλαβαν. Οι κυρώσεις που προτείνονται για τη Ρωσία συνεπάγονται την επαναφορά της παγκοσμιοποίησης, με έναν τρόπο που δεν αρέσει σε κανέναν. Υπάρχουν βέβαια δικαιολογίες για την επιβολή των κυρώσεων αυτών. Αλλά αυτή είναι μια τελείως διαφορετική συζήτηση. Η αξιολόγηση του πολιτικού κινδύνου είναι δύσκολη για τις αγορές. Είναι κακές σε αυτό, και ίσως να υπερ-αντέδρασαν στον αναδυόμενο κόσμο. Είναι ανάγκη πλέον οι αγορές να αμφισβητήσουν τις παραδοχές σχετικά με το θρίαμβο της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού. Οι επενδυτές στις αναδυόμενες οικονομίες έχουν αρχίσει ήδη να το πράττουν» καταλήγει το δημοσίευμα των Financial Times.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης