Οριακές μεταβολές στη Wall Street - Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί

Οριακές μεταβολές στη Wall Street - Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί
Οριακές μεταβολές στη Wall Street - Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί
Οριακές μεταβολές σημείωσε σήμερα (13/2/2018) η Wall Street, μετά από δύο ημέρες κερδών που μετρίασαν τις ανησυχίες των επενδυτών για μια επικείμενη διόρθωση στις αγορές, καθώς τα «βλέμματα» στρέφονται στα αυριανά στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί, με την προσοχή τους να είναι στραμμένη στις αγορές ομολόγων, αλλά και σε εταιρικά αποτελέσματα και macro.
Εξάλλου, οι επενδυτές κρατούν στάση αναμονής εν όψει των αυριανών (14/2) στοιχείων για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, οι φόβοι για άνοδο του οποίου πυροδότησαν εξ αρχής το μαζικό sell-off στη Wall Street.
Παράλληλα, οριακά κινήθηκε και ο δείκτης μεταβλητότητας CBOE Volatility Index (VIX) ή «δείκτης φόβου», καταγράφοντας πτώση -2,23% στις 25,03 μονάδες.
Υπενθυμίζεται ότι ο δείκτης είχε ξεπεράσει την προηγούμενη Δευτέρα (5/2) τις 50 μονάδες, για πρώτη φορά από το 2015.



Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve, Fed) θα συνεχίσει να παρακολουθεί προσεχτικά πιθανούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δήλωσε σήμερα (13/2/2018) ο νέος διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Jerome Powell, ενώ πρόσθεσε πως θα διατηρήσει τις «ουσιαστικές» βελτιώσεις στη δημοσιονομική ρύθμιση από την κρίση του 2007-09.
Μιλώντας στην επίσημη τελετή της ορκωμοσίας του, ο Powell δήλωσε ότι η Fed «θα διαφυλάξει τα βασικά οφέλη της δημοσιονομικής ρύθμισης, προσπαθώντας παράλληλα να διασφαλίσει ότι οι πολιτικές της είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικές».
«Θα παραμείνουμε σε εγρήγορση για τυχόν αναπτυσσόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», πρόσθεσε.
«Ως πρόεδρος, θα κάνω το παν για να συνεχίσω την προσπάθειά μας για κάτι που όλοι αναζητούμε - μια οικονομία που να λειτουργεί για όλους τους Αμερικανούς», υπογράμμισε ο Powell.
«Η παγκόσμια οικονομία ανακάμπτει σημαντικά, για πρώτη φορά σε μια δεκαετία.
Βρισκόμαστε στη διαδικασία της σταδιακής ομαλοποίησης τόσο της πολιτικής επιτοκίων όσο και του ισολογισμού μας, με στόχο την επέκταση της ανάκαμψης και τη συνέχιση της επιδίωξης των στόχων μας», συνεχίζει ο Powell στις προετοιμασμένες του παρατηρήσεις.
Όσον αφορά στη νομισματική πολιτική, ο διοικητής της Fed τόνισε ότι συνεχίζει να υποστηρίζει την πλήρη ανάκαμψη των αγορών εργασίας και την επιστροφή στον στόχο για τον πληθωρισμό.
«Θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε τρόπους βελτίωσης της διαφάνειας τόσο στη νομισματική πολιτική όσο και στη ρυθμιστική διαδικασία», πρόσθεσε ο Powell.
Το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών κρίνεται ως «μη βιώσιμο», προειδοποίησε σήμερα (13 Φεβρουαρίου 2018) ο Διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Director of National Intelligence) κ. Dan Coats, μιλώντας στην αρμόδια Επιτροπή του αμερικανικού Κογκρέσου.
Μάλιστα, ο κ. Coats υπογράμμισε ότι, ταυτόχρονα, το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας αποτελεί μία μεγάλη απειλή για την εθνική ασφάλειά της.
Το δημόσιο χρέος της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου έχει ξεπεράσει τα 20 τρισεκ. δολάρια και οδεύει ολοταχώς προς τα 21 τρισεκ., ξεπερνώντας, πλέον, το 100% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Οι πολύ έντονες διακυμάνσεις στους κύριους χρηματιστηριακούς δείκτες της Νέας Υόρκης αποτελεί έναν «επενδυτικό παράδεισο», σύμφωνα με τον επενδυτή-θρύλο της Wall Street, κ. Mark Fisher.
Μιλώντας στο CNBC, ο διακεκριμένος επενδυτής εκτιμά πως η μεταβλητότητα στις αμερικανικές μετοχές θα επιμείνει «για κάποιο διάστημα», αντικατοπτρίζοντας «ευκαιρίες» σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο.
«Οι επενδυτές έχουν πολλά να επωφεληθούν».
Οι χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης και οι κεφαλαιαγορές ετοιμάζονται για περισσότερο «πόνο», προειδοποίησε η επικεφαλής του Global Markets Institute, της Goldman Sachs, Abby Joseph Cohen, στρέφοντας τα «βέλη» της προς την κυβέρνηση του Προέδρου Donald Trump.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg, «υπάρχουν ζητήματα για τις μετοχές τόσο σε βραχυπρόθεσμο, όσο και σε μακροπρόθεσμο επίπεδο», εκτιμώντας πως η όποια άνοδος έχει ήδη προεξοφληθεί.
«Η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης θα λειτουργήσει αρνητικά για τις μετοχές.
Η πολιτική της Ουάσιγκτον, ο νέος προϋπολογισμός, το σχέδιο για τις υποδομές, η φορολογική μεταρρύθμιση και η εμπορική πολιτική, δείχνουν μία έλλειψη ευθύνης και δεν αναμένεται να ωθήσουν την οικονομία», δήλωσε η κα Cohen, σε μία πρωτοφανή επίθεση κατά της κυβέρνησης του Ρεπουμπλικάνου.
Νωρίτερα σήμερα (13 Φεβρουαρίου 2018), ο διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs, Lloyd Blankfein, μιλώντας επίσης στο Bloomberg, παραδέχθηκε πως «η μεταβλητότητα που περιμέναμε ήδη από το 2017, έφθασε».


Οι μετοχές με την μεγαλύτερη άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Dow Jones




Οι μετοχές με την μεγαλύτερη άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη S&P 500



Οι μετοχές με την μεγαλύτερη άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Nasdaq



Μακροοικονομία

Στα νέα από το μέτωπο της μακροοικονομίας στο νέο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 13,15 δισ. δολαρίων «σκαρφάλωσε» το χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών στα τέλη του περασμένου έτους, επίδοση κατά 193 δισεκ. δολάρια (1,5%) αυξημένη σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν.
Όπως αναφέρει στην έκθεσή της η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Federal Reserve) της Νέας Υόρκης, εντός του 2017 καταγράφηκε αύξηση 1,6%, 0,7%, 3,2% και 1,5% σε ό,τι αφορά στα στεγαστικά δάνεια, τα δάνεια για την αγορά αυτοκινήτων, τα δάνεια για πιστωτικές κάρτες και τα φοιτητικά δάνεια, αντίστοιχα.
Πρόκειται για το 14ο συνεχόμενο τρίμηνο που το χρέος των νοικοκυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνεται, με το ποσό, πλέον, να είναι κατά 473 δισ. δολάρια υψηλότερο από το τρίτο τρίμηνο του 2008, οπότε και η παγκόσμια οικονομία, και ειδικά η αμερικανική, βίωσε έντονα τη χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση όλων των εποχών.
Να σημειωθεί ότι, κατά τη διάρκεια των προαναφερθέντων 14 τριμήνων, η συνολική ενίσχυση διαμορφώνεται σε 17,9%!
Σημαντικό ρόλο έπαιξε η πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική που εφάρμοσε η Federal Reserve, στον απόηχο της κρίσης, με ιστορικά χαμηλά επιτόκια (0%-0,25%) μέχρι τον Δεκέμβριο 2015, σε συνδυασμό με μαζικά προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων.

Επιχειρήσεις

Στα εταιρικά νέα της ημέρας την εισαγωγή στον κλάδο παροχής ιατρικού εξοπλισμού των αμερικανικών νοσοκομείων εξετάζει η κολοσσιαία Amazon, σύμφωνα με όσα μεταδίδει η τοπική εφημερίδα Wall Street Journal.
Ειδικότερα, η εταιρεία του κ. Jeff Bezos κάλεσε στελέχη των νοσοκομείων στην έδρα της, το Σιάτλ, τον περασμένο Ιανουάριο, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον κλάδο και διατυπώνοντας την ιδέα της για επέκταση των δραστηριοτήτων στην παροχή ιατρικού εξοπλισμού.
Η εταιρεία διαθέτει ήδη μια επιχείρηση που πουλά online ιατρικές προμήθειες, όπως γάζες και θερμόμετρα, ενώ πρόσφατα γνωστοποίησε -μέσω διαρροών σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης- την πρόθεσή της να εισέλθει στην αγορά συνταγογραφημένων φαρμάκων.
Τη στιγμή που η κολοσσιαία εταιρεία του Jeff Bezos απλώνει τα «δίχτυα» της σε όλο και περισσότερους κλάδους, ορισμένοι εκ των οποίων δε συνδέονται με τις βασικές της δραστηριότητες λιανικής στο διαδίκτυο, αυξάνονται οι ανησυχίες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, δεδομένου του ασύλληπτου μεγέθους της εταιρείας.
Η Amazon όχι απλά έχει εξαπλωθεί -μεταξύ άλλων- στην αγορά τηλεοπτικών δικαιωμάτων και λιανικής (μη διαδικτυακής), αλλά πλέον φαίνεται πως επιθυμεί να διεκδικήσει και ηγετική θέση.
Συμμεριζόμενη λοιπόν τα παραπάνω, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Morgan Stanley πραγματοποίησε έρευνα για τους κλάδους που θα «καταστρέψει» μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ο γίγαντας του διαδικτύου.
Στην πρώτη θέση ο κλάδος πολυκαταστημάτων, με το 49% των αναλυτών να μιλά για σημαντικές αλλαγές στις Η.Π.Α. μετά την εξαγορά (εναντι 13 δισ. δολαρίων) της Whole Foods από την Amazon, που θα θέσει «με την πλάτη στον τοίχο» τους μικρότερους επιχειρηματίες.
Ακολουθούν ο κλάδος των μεταφορικών, με 43%, η λιανική, με 40% και η αγορά ακινήτων στη λιανική, με 36%.
Η Under Armour Inc ανακοίνωσε τα έσοδα τριμήνου που υπερέβησαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών, καθώς πούλησε περισσότερα υποδήματα και ενδύματα τόσο μέσω των δικών της καταστημάτων όσο και μέσω διαδικτύου.
Η εταιρεία ανακοίνωσε ζημιές στο δ΄ τρίμηνο ύψους 87,9 εκατ. δολαρίων ή 209 σεντς ανά μετοχή, στο τρίμηνο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου, έναντι των κερδών 103,2 εκατ. δολαρίων ή 23 σεντς ανά μετοχή πριν από ένα χρόνο, λόγω των χρεώσεων που ανέλαβε για τις φορολογικές αλλαγές.
Τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν στα 1,37 δισ. δολάρια από τα 1,31 δισ. δολάρια έναντι εκτιμήσεων για 1,31 δισ. δολάρια.
Με ζημίες έκλεισε το 2017 η αμερικανική εταιρεία αναψυκτικών και σνακ PepsiCo, καθώς η φορολογική μεταρρύθμιση των ΗΠΑ, θα κοστίσει στην εταιρεία 2,5 δισ. δολάρια, με αποτέλεσμα το δ΄ 3μηνο του 2017 να κλείσει με ζημίες.
Οι ζημίες ανήλθαν στα 710 εκατ. δολάρια, έναντι κερδών 1,4 δισ. δολαρίων το δ΄ 3μηνο του 2016.
Τα έσοδα έφτασαν τα 19,5 δισ. δολάρια, ελάχιστα πιο πάνω από τις προβλέψεις που έκαναν λόγο 19,4 δισ. δολάρια.
Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει το ετήσιο μέρισμα από 3,22 σε 3,71 δολάρια, ενώ την 1η Ιουλίου 2018 θα ξεκινήσει το πρόγραμμα εξαγοράς ιδίων μετοχών ύψους 15 δισ. δολαρίων.

Αναλύσεις

Το προτεινόμενο σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης για επενδύσεις σε υποδομές αποτελεί «εμπόδιο» για την οικονομία, καθώς βασίζεται, κυρίως, στη χρηματοδότηση από τις τοπικές διοικήσεις των πολιτειών, αναφέρει σε έκθεσή του ο οίκος Fitch, συμπληρώνοντας πως η χρηματοδότηση από τα φορολογικά έσοδα θα μπορούσε να αποτελέσει πρόκληση για ορισμένες τοπικές διοικήσεις, δεδομένης της αναιμικής αύξησης των εσόδων, κατά τα τελευταία έτη.
Το σχέδιο περιλαμβάνει περιορισμένη πρόσθετη ομοσπονδιακή χρηματοδότηση, περίπου 200 δισ. δολαρίων, για περισσότερα από δέκα χρόνια, σε μεγάλο βαθμό από τα υπάρχοντα προγράμματα μεταφορών.
Να σημειωθεί ότι ο D. Trump στην προεκλογική του εκστρατεία είχε υποσχεθεί ένα πακέτο υποδομών ύψους 1 δισ. δολαρίων για την κατασκευή δρόμων, γεφυρών και αεροδρομίων, ωστόσο ο Αμερικανός πρόεδρος αύξησε το στόχο του στα 1,5 τρισ. δολάρια.
Οι Δημοκρατικοί διαμαρτύρονται ότι το σχέδιο εξαρτάται υπερβολικά από τους δήμους και τις Πολιτείες και δεν παρέχει επαρκή ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για να έχει μεγάλο αντίκτυπο, καθώς παρέχει λίγες εγγυήσεις για το πώς θα βρεθούν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι.
Προς το παρόν, ο Λευκός Οίκος προτείνει το Κογκρέσο να μειώσει τα χρήματα από άλλα κονδύλια του προϋπολογισμού, για το 2019.
Η προοπτική αυτή φαίνεται απίθανη, δεδομένου ότι το Κογκρέσο, μόλις την περασμένη εβδομάδα, έφθασε σε μια διμερή συμφωνία για να δαπανήσει σημαντικά περισσότερα κεφάλαια κατά τα επόμενα δύο χρόνια.
Το σχέδιο αυτό, που κυβερνητικοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στην έγκρισή του, θα αναδιαμόρφωνε τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χρηματοδοτεί την κατασκευή δρόμων, γεφυρών και άλλων υποδομών.
Αν καρποφορήσει, πολλοί Αμερικανοί μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερους τοπικούς φόρους και διόδια.
Στο 50% υπολογίζει η Deutsche Bank την πιθανότητα μίας περαιτέρω διόρθωσης στις χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης, εξετάζοντας προσεκτικά παρόμοιες ραγδαίες πτώσης κατά το παρελθόν, όπως τον Αύγουστο του 2015, όταν η Wall Street κατέρρευσε άνω του 10% σε λίγες μόλις ημέρες, στον απόηχο της υποτίμησης του κινεζικού γουάν.
Όπως αναφέρει στην έκθεσή της η γερμανική τράπεζα, με αφορμή την κατάρρευση των αμερικανικών αγορών την 5η Φεβρουαρίου 2018, sell-offs που οδηγούν σε συνολική πτώση της τάξεως του 3%-5% εντός λίγων συνεδριάσεων, θεωρούνται «λογικές» ανά -κατά μέσο όρο- δύο με τρεις μήνες.
Να επισημανθεί ότι, την περασμένη εβδομάδα, οι κύριοι δείκτες της Wall Street υποχώρησαν συνολικά άνω του 6%.
«Διορθώσεις της τάξεως του 10% είναι σπάνιες», αναφέρει η επενδυτική τράπεζα, εξετάζοντας προσεκτικά τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τις παραπάνω περιπτώσεις, τα τελευταία 67 χρόνια.
Όπως διαπιστώνει, σε περιβάλλον συρρικνωμένης ανεργίας, όπως αυτή την περίοδο, παρατηρήθηκαν συνολικά 15 sell-offs, κατά μέσο όρο ένα ανά 4,5 χρόνια.
Συνολικά, η οικονομική ύφεση προκάλεσε μόλις το 21% των προηγούμενων sell-offs
Ως συμπέρασμα προκύπτει ότι η πιθανότητα ύφεσης τους επόμενους 24 μήνες, διαμορφώνεται στο 50%, καταλήγει η τράπεζα.
Να επισημανθεί ότι, η Deutsche Bank, εκτιμά πως η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου των Ηνωμένων Πολιτειών θα ενισχυθεί σε άνω του 3%, μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.
Νέα «πυρά» κατά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve, Fed) εξαπολύει, μέσω σημειώματος προς το επενδυτικό κοινό, η Phoenix Capital, κατηγορώντας την πως έχει επιλέξει «να αφήσει τις μετοχές να καταρρεύσουν, προκειμένου να προστατέψει την αγορά ομολόγων».
Η εταιρεία επικαλείται τις δηλώσεις του κ. William Dudley, επικεφαλής της Fed Νέας Υόρκης, ο οποίος χαρακτήρισε «λεπτομέρειες» την ραγδαία πτώση των αμερικανικών χρηματιστηριακών αγορών την 5η Φεβρουαρίου 2018.
«Αυτός είναι ο τύπος που πιέζει για περισσότερη ποσοτική χαλάρωση.
Εκτιμά, επίσης, ότι η κατάρρευση στη Wall Street δε θα επηρεάσει την οικονομία των Η.Π.Α.», υπενθυμίζει η Phoenix, παραθέτοντας το παρακάτω διάγραμμα, στο οποίο φαίνεται πως ο δείκτης-βαρόμετρο S&P 500 έχει «σπάσει» -τεχνικά- την ανοδική του πορεία.
Σαφή προειδοποίηση προς τους επενδυτές απευθύνει το μεγαλύτερο hedge fund στον κόσμο.
Ο λόγος για το Bridgewater που προειδοποιεί ότι οι επενδυτές θα πρέπει να αντισταθούν στο μότο «αγοράστε στην πτώση».
Αν και υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στο «αγορά στην πτώση», ο Pierre-Henri Flamand υψηλόβαθμο στέλεχος Man Group Plc, αναφέρει -σύμφωνα με το Bloomberg- ότι οι μεταβολές στην αγορά θα μπορούσαν να συνεχιστούν.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι «η ενστικτώδης κλίση στην ''αγορά στην πτώση'' μπορεί να ισχυρή» και πρόσθεσε ότι «όπως φάνηκε κατά την προηγούμενη εβδομάδα, αυτό μπορεί να μην έχει τόσο καλά αποτελέσματα.
Πράγματι, νομίζω ότι αυτό που είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα θα μπορούσε να συνεχιστεί για κάποιο χρονικό διάστημα».
Οι σπόροι σπάρθηκαν για «μια ιδιαίτερα κακή διόρθωση», δήλωσε ο Flamand σε ένα σχόλιο τον Ιανουάριο του 2018 πριν η αγορά υποχωρήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ο ίδιος είπε ότι η αγορά φάνηκε να μετακινείται στο πέμπτο στάδιο του μοντέλου της τεχνικής ανάλυσης Ralph Nelson Elliott σχετικά με τις τάσεις στην αγορά.
«Η τρέχουσα περίοδος σταθερότητας ξεπέρασε του 1965, και μόνο μία φορά μετά το 1920-1995 η αγορά έχει σημειώσει μια μεγάλη άνοδο χωρίς μια πτώση κατά 5%» επισημαίνει ο ίδιος στο σχόλιο του.
Ενώ η πέμπτη φάση μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες, μήνες ή ακόμα και χρόνια, αναπόφευκτα αποκλείει μια σημαντική διόρθωση στην αγορά, που κατά μέσο όρο διαγράφεται το 38% με 50% όλων των κερδών» σχολιάζει ο ίδιος.
Οι fund managers έχουν περιορίσει τις θέσεις της σε ομόλογα στο χαμηλότερο επίπεδο 20 ετών λόγω των φόβων ότι ο τομέας αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τις αγορές.
Σύμφωνα με την έρευνα Φεβρουαρίου της Bank of America Merrill Lynch, μαζί με τη μείωση της έκθεσης τους σε assets σταθερού εισοδήματος, το 60% των επενδυτών δηλώνει ότι ο πληθωρισμός και τα προβλήματα σε όλη την αγορά ομολόγων αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για ένα κραχ.
Όπως σχολιάζει το CNBC, τα αποτελέσματα της έρευνας ήρθαν εν μέσω μιας διόρθωσης στο χρηματιστήριο όπου οι βασικοί δείκτες υποχώρησαν κατά περισσότερο από 10% και εκτόξευσης των αποδόσεων με το 10ετές αμερικανικό ομόλογων να φτάνει σε υψηλό 4ετίας.
Ωστόσο, οι φόβοι για κατάρρευση της αγοράς ομολόγων δεν ώθησε τους επενδυτές στις μετοχές.
Το ποσοστό των μετοχών στα χαρτοφυλάκιο περιορίστηκε στο 43% overweight, μια πτώση 12 ποσοστιαίων μονάδων που ήταν η μεγαλύτερη μεταβολή σε δύο χρόνια.
«Ενώ η έρευνα αυτού του μήνα δείχνει ότι οι επενδυτές δείχνει ότι οι επενδυτές διακρατούν περισσότερα μετρητά και επενδύουν λιγότερα σε μετοχές, κανένα χαρακτηριστικό δεν μετακινεί τη βελόνα αρκετά ώστε να δείξει ''αγορά στην πτώση''», δήλωσε ο Michael Hartnett υψηλόβαθμο στέλεχος της Bank of America Merrill Lynch.
H τρέχουσα διόρθωση στη Wall Street είναι απίθανο να κλιμακωθεί σε bear market (πτώση πάνω από 20%), καθώς υπάρχει εμπιστοσύνη στην αμερικανική οικονομία, όπως εκτιμούν χρηματιστηριακοί αναλυτές, αναφέρει σε δημοσίευμά του το Reuters.
Οι αναλυτές εξετάζουν τις περιπτώσεις που ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε στο παρελθόν τουλάχιστον 10% και σε ποιες από αυτές διεύρυνε τις απώλειές του σε 20% (bear market).
O S&P εισήλθε σε φάση διόρθωσης την περασμένη Πέμπτη, όταν έκλεισε 10,2% χαμηλότερα από το υψηλό επίπεδο που είχε σημειώσει στις 26 Ιανουαρίου.
Οι αμερικανικές μετοχές ανέκαμψαν σημαντικά στις δύο επόμενες συνεδριάσεις (τη χθεσινή και της Παρασκευής), καταγράφοντας τα μεγαλύτερα ποσοστιαία κέρδη δύο ημερών από τον Ιούνιο του 2016 και περιορίζοντας χθες στο 7,6% την πτώση από το υψηλό της 26ης Ιανουαρίου.
Αν και δεν παραβλέπουν την πιθανότητα μίας περαιτέρω πτώσης των μετοχών, αναλυτές της αγοράς ανέφεραν ότι δεν υπάρχουν οι εύθραυστες οικονομικές συνθήκες που κατά κανόνα προμηνύουν μία bear market.
«Απλά, δεν βλέπουμε να αρχίζει μία bear market με την οικονομία να είναι τόσο ισχυρή.
Σπάνια θα δεις bear markets σε ένα περιβάλλον που δεν είναι υφεσιακό», δήλωσε υψηλόβαθμος αναλυτής της LPL Financial της Βόρειας Καρολίνας.
Η Goldman Sachs μέτρησε 11 πτώσεις της αγοράς, τουλάχιστον κατά 10%, από το 1976, οι οποίες δεν σημειώθηκαν σε περίοδο ύφεσης.
Μόνο μία από αυτές, του 1987, κλιμακώθηκε, με την πτώση να υπερβαίνει το 20%. Μία bear market θα σήμαινε την πτώση του S&P 500 κάτω από τις 2.300 μονάδες, από το σημερινό επίπεδο των περίπου 2.660 μονάδων, «κάτι που η ιστορία δείχνει ότι είναι απίθανο να συμβεί χωρίς ύφεση», σημείωσαν οι αναλυτές μετοχών της Goldman Sachs σε σημείωμά τους.
Αν και μία ύφεση - που χαρακτηρίζεται από σημαντική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας - δεν βεβαιώνεται παρά μόνο αφού έχει επέλθει, παρατηρητές της αγορές αναφέρουν διάφορους δείκτες που δείχνουν ότι η οικονομία πηγαίνει καλά. Για παράδειγμα, τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 αναμένεται να αυξηθούν 18,8% το 2018, μία αύξηση μεγαλύτερη από το 12% που προβλεπόταν στην αρχή του έτους, σύμφωνα με στοιχεία της Thomson Reuters I/B/E/S.
Ένας άλλος σημαντικός δείκτης που προμηνύει ύφεση είναι η καμπύλη αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, που επίσης δεν δίνει ανησυχητικές ενδείξεις.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου είναι 128 μονάδες βάσης (1,28 ποσοστιαίες μονάδες) υψηλότερη σε σχέση με την απόδοση του τρίμηνο εντόκου γραμματίου, από 102 μονάδες βάσης στο τέλος του 2017.
Οι επενδυτές θεωρούν μία τόσο μεγάλη κλίση της καμπύλης αποδόσεων ως ένδειξη οικονομικής ευρωστίας, ενώ οι οριζόντιες ή αντεστραμμένες καμπύλες θεωρούνται πρόδρομοι μίας ύφεσης.
Το 1987, το χρηματιστηριακό κραχ της «Μαύρης Δευτέρας» αποδόθηκε εν μέρει στις ακούσιες συνέπειες προγραμματισμένων συναλλαγών και καλύψεων της αγοράς (market hedges).
Αντίστοιχα, στις τελευταίες μαζικές πωλήσεις ορισμένοι επενδυτές εξέφρασαν ανησυχία ότι η αγορά αιφνιδιάσθηκε από την απότομη αντιστροφή θέσεων λόγω των μεγάλων διακυμάνσεων της και ότι οι συνέπειες από αυτή πιθανόν να είναι ακόμη σε εξέλιξη.
Προειδοποιητικό μήνυμα προς τους επενδυτές για ακόμα ένα sell off στη Wall Street έως τον Μάρτιο του 2018 «στέλνει» ο Nader Naeimi της AMP Capital Investors.
Όπως δήλωσε στην τηλεόραση του Bloomberg, έπειτα από ένα αρχικό sell off, τα χρηματιστήρια τυπικά παίρνουν μια ανάσα πριν από ακόμα ένα sell off.
Αφού ο ίδιος «μετέτρεψε» σε μετρητά το 30% των assets, ο Naeimi περιμένει τον δεύτερο γύρο μαζικών πωλήσεων στην αγορά πριν να ξαναμπεί.
«Το σχέδιο είναι να αγοράσουμε στο δεύτερο καθοδικό πόδι.
Συνήθως είναι καλύτερα να περιμένουμε τις αγορές να δημιουργήσουν μια βάση πριν να επιστρέψουν στην πλευρά του buy» επεσήμανε και πρόσθεσε «καθώς πλησιάζουμε στη συνεδρίαση της Fed στις 9 Maρτίου πιστεύω ότι θα υπάρχει περισσότερη αδυναμία όσον αφορά τη μεταβλητότητα».
Ωστόσο, ο Naeimi έχει αρχίσει να επιστρέφει σε κάποιες κυκλικές θέσεις μεταξύ των οποίων η ενέργεια, τα χρηματοοικονομικά και οι ιαπωνικές μετοχές.
Ο ίδιος έχει εντυπωσιαστεί από την ανθεκτικότητα των μετοχών των αναδυόμενων αγορών και νομισμάτων κατά τη διάρκεια της πτώσης και της αύξησης της μεταβλητότητας.
«Αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.
Χρησιμοποιούμε αυτή την αδυναμία για να αγοράσουμε και μετοχές αναδυόμενων αγορών».

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS