Το δομικό πρόβλημα της Ευρωζώνης και ο «γρίφος» του Draghi

Το δομικό πρόβλημα της Ευρωζώνης και ο «γρίφος» του Draghi
Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ προχώρησε όμως ένα βήμα παραπέρα από τον Keynes
Αναμφισβήτητα ο Mario Draghi, ο κεντρικός τραπεζίτης που «χρεώθηκε» τη σωτηρία του ευρώ σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της βραχύβιας ιστορίας του, κάθε φορά που μιλά, δίνει σημαντικά ερεθίσματα για σκέψη στους καθιερωμένους και μη οικονομολόγους του πλανήτη.
Η τελευταία φορά που μίλησε (14/3 – Φρανκφούρτη), ήταν αυτή που προκάλεσε ένα ακόμη κύμα διαλόγου, καθώς φαίνεται ότι πήγε ένα βήμα πιο μπροστά τη σκέψη του J.M. Keynes.
Στην κορύφωση της Μεγάλης Ύφεσης, ο J.M. Keynes προσπάθησε να αντικρούσει το νόμο του Say - την πεποίθηση ότι «η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση».
Ο νόμος του Say είχε κεντρική θέση στην κλασσική άποψη ότι οι οικονομίες ήταν αυτο-εξισορροπητικές, οι οποίες, με τη σειρά τους, οδηγούσαν σε μια ορθολογική προσέγγιση για την οικονομική πολιτική.
Από μία συνολική, μακρο-οικονομική σκοπιά, ο νόμος του Say όριζε ότι η αξία των αγαθών και υπηρεσιών που αποκτάται σε μία οικονομία ισούται με την συνολική αξία των αγαθών και υπηρεσιών που πωλείται.
Η βασική συμβολή του Keynes ήταν να αποδείξει ότι οι οικονομίες μπορούν να παγιδευτούν σε αυτοσυντηρούμενες «κακές» ισορροπίες, όπου η ζήτηση συστηματικά υπολείπεται της προσφοράς.
Τέτοιες παγίδες δημιουργούν το δυναμικό για το υψηλό και πολύ επίμονο χαρακτηριστικό της ανεργίας της Μεγάλης Ύφεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, μακροοικονομικές πολιτικές όπως η επεκτατική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική μπορούν να δικαιολογηθούν, καθώς οι προσπάθειες στήριξης της ιδιωτικής συμπεριφοράς σε μια "καλή" ισορροπία, με τη συνολική ζήτηση να διατηρείται σε υψηλότερο επίπεδο πιο κοντά στο δυναμικό της οικονομίας.
Η διορατικότητα του Keynes ουσιαστικά μετασχημάτισε τη χάραξη οικονομικής πολιτικής και γέννησε τον τομέα της μακροοικονομίας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.
Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ προχώρησε όμως ένα βήμα παραπέρα από τον Keynes.
Με βάση την πρόσφατη εμπειρία σε όλες τις προηγμένες οικονομίες, ο Draghi όχι μόνο κατάφερε να αντικρούσει το νόμο του Say, αλλά και να το αντιστρέψει.
Εξηγώντας γιατί ο πληθωρισμός παρέμεινε πεισματικά χαμηλός κατά την περίοδο της οικονομικής χαλάρωσης (με συμβατικά μέτρα), ο Draghi ισχυρίστηκε ότι η ισχυρότερη ζήτηση θα μπορούσε να βελτιώσει το δυναμικό της οικονομίας, οδηγώντας τους πόρους από μη παραγωγικές δραστηριότητες σε περισσότερο παραγωγική χρήση.
Εν συντομία, «η ζήτηση μπορεί να δημιουργήσει τη δική της προσφορά».
Μια λογική για το επιχείρημα του κ. Draghi έγκειται στην υστέρηση της αγοράς εργασίας.
Προσπαθώντας να εξηγήσει την αύξηση της ανεργίας στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι κορυφαίοι οικονομολόγοι της αγοράς εργασίας υποστήριξαν ότι το υψηλό ποσοστό ανεργίας ήταν αυτοσυντηρούμενο.
Μόλις οι εργαζόμενοι ήταν άνεργοι για λίγο διάστημα, η απασχολησιμότητά τους μειώθηκε: τα κίνητρα μειώθηκαν, τα κοινωνικά δίκτυα που παρείχαν ευκαιρίες και οι εργασιακές δεξιότητες ατρόφησαν.
Ενώ παραμένουν μέρος των στατιστικών του εργατικού δυναμικού, οι εργαζόμενοι αυτοί ήταν οριακά συνδεδεμένοι με την αγορά εργασίας, με οικονομική έννοια.
Η εξασθενημένη ζήτηση δημιούργησε αδύναμη προσφορά, καθώς η ποιότητα και η ποσότητα του αποτελεσματικού εργατικού δυναμικού μειώθηκε.
Μια τέτοια ανάλυση αντιπροσώπευε την επιτάχυνση της ισορροπίας στα ποσοστά ανεργίας σε κάθε επιχειρηματικό κύκλο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990.
Κι εδώ ο Draghi, κάνει πράξη την αντιστροφή του νόμου του Say, θεωρώντας την υστέρηση της αγοράς εργασίας ως αναστρέψιμη.
Ενισχύοντας τη ζήτηση και δημιουργώντας ευκαιρίες απασχόλησης για τους μακροχρόνια άνεργους, οι συμμετέχοντες στο εργατικό δυναμικό μπορούν να επανέλθουν στην κεντρική αγορά εργασίας.
Επίσης, οι δεξιότητες των εργαζομένων μπορούν να αναδιαμορφωθούν, τα κοινωνικά δίκτυα και τα κίνητρα μπορούν να αποκατασταθούν.
Φυσικά, όλα αυτά βασίζονται σε καλά σχεδιασμένους θεσμούς της αγοράς εργασίας, ενώ σημαντικές είναι και οι μεταρρυθμίσεις στην πλευρά της προσφοράς.
Αλλά αν το δομικό περιβάλλον ευνοήσει τη δημιουργία συνολικής ζήτησης για τη μείωση της κυκλικής ανεργίας, η διαρθρωτική ανεργία θα μειωθεί και αυτή με τη σειρά της, επιτρέποντας κατ 'αυτόν τον τρόπο την τόνωση της ζήτησης, χωρίς να δημιουργείται πληθωρισμός.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ένας απλός τρόπος να εξεταστεί ο αντίκτυπος της υστέρησης της αγοράς εργασίας είναι να υπολογίσει κανείς τις καμπύλες Phillips, καταγράφοντας τη σχέση μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας.
Μια συμβατική καμπύλη Phillips υποδηλώνει ότι η χαμηλότερη ανεργία θα οδηγήσει υψηλότερα τον πληθωρισμό.
Μειώνοντας την οικονομική χαλάρωση, ως αντίδραση στη χαμηλότερη ανεργία, αυτό θα συνεπάγεται μεγαλύτερη πίεση στους πόρους, που οδηγεί τις τιμές υψηλότερα.
Εάν η υστέρηση είναι σημαντική, ο πληθωρισμός θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το επίπεδο της ανεργίας αλλά και τη μεταβολή του.
Όταν αυξάνεται η ανεργία, η υστέρηση της αγοράς εργασίας συνεπάγεται ότι η ισορροπία στην αγορά εργασίας αυξάνεται επίσης.
Ενδεικτικά, το μέγεθος της υστέρησης της αγοράς εργασίας δεν αυξάνεται τόσο γρήγορα όσο το επίπεδο της ανεργίας, δεδομένου ότι μέρος αυτής έχει διαρθρωτικό χαρακτήρα.
Ως αποτέλεσμα αυτών, οι πιέσεις στους πόρους και τον πληθωρισμό θα αυξηθούν πιο γρήγορα.
Εάν η υστέρηση είναι αναστρέψιμη, το αντίθετο θα συμβεί καθώς η ανεργία πέφτει.

www.bankingnews.gr

Αλεξάνδρα Τόμπρα

BREAKING NEWS