FT: Έτοιμη για την απόλυτη μεταμόρφωση η Goldman Sachs – Ποιοι είναι οι κίνδυνοι

FT: Έτοιμη για την απόλυτη μεταμόρφωση η Goldman Sachs – Ποιοι είναι οι κίνδυνοι
H Goldman Sachs επιχειρεί να μετατραπεί σε μία «κανονική τράπεζα» παρέχοντας δάνεια σε καταναλωτές και επιχειρήσεις
Αφιέρωμα στην Goldman Sachs και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί φιλοξενεί οι Financial Times, καταγράφοντας την πορεία του κορυφαίου χρηματοοικονομικού ομίλου και τον τρόπο με τον οποίο κατορθώνει να βρίσκεται πάντα στην κορυφή.
Ένα από τα προσόντα της Goldman – πάντα σύμφωνα με το άρθρο- είναι ότι ξέρει να βρίσκει ταλαντούχους εργαζομένους και μάλιστα στα πιο… περίεργα μέρη.
Παράλληλα δημιουργεί νέα προϊόντα, όπως το Marcus, μία τράπεζα αποκλειστικά online.
Η εν λόγω μονάδα έχει κατορθώσει να προσφέρει καταναλωτικά δάνεια τριών δισ. δολαρίων σε 18 μήνες, ενώ ταυτόχρονα δραστηριοποιείται στην αγορά εταιρειών όπως η Clarity Money.
Ο συνολικός αριθμός των δανείων που θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις άγγιξε τα 67 δισ. δολάρια στα τέλη του 2017 και ήταν 10πλάσιος σε σύγκριση με το 2012.
«Πάνε κόντρα στην ιστορία τους.
Μέχρι σήμερα δεν είχαν κανένα παρελθόν στην παροχή δανείων οποιασδήποτε μορφής είτε καταναλωτικών, είτε επιχειρηματικών είτε για εμπορικούς σκοπούς», τονίζει ο Brian Kleinhanzl, αναλυτής στην KBW in New York και προσθέτει «αποδεικνύουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν και σε αυτόν τον τομέα».
Η προσπάθεια αποδίδει και αλλάζει πλήρως την εικόνα της εταιρείας.
Μετά από δεκαετίες ως επενδυτική τράπεζα - εμπορικές και ασφαλιστικές αξίες και συμφωνίες διαμεσολάβησης - η Goldman προσεγγίζει περισσότερο την «κανονική» τράπεζα, μετατρεπόμενη σε μία τράπεζα που απευθύνεται τόσο σε επιχειρήσεις όσο και σε καταναλωτές.
Έτσι μοιάζει περισσότερο με τη  Αυτό τη Citigroup ή τη JPMorgan Chase και λιγότερο με την Bear Stearns ή την Lehman.
Εάν η Goldman κάνει τη σωστή στροφή, τότε θα ξεκινήσει μία νέα… ζωή, για μία εταιρεία που λειτουργεί εδώ και 149 χρόνια.
Αλλά αν αποτύχει, η επιχείρηση θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με ζημίες και να τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά.
Θα μπορούσε επίσης να χάσει τη θέση του ως κορυφαία συμβουλευτική εταιρεία, καθώς κάποιοι managers δεν είναι ικανοποιημένοι με την αλλαγή.
Άλλωστε πάντα οι υπεύθυνοι για το κλείσιμο συμφωνιών εξαγορών και συγχωνεύσεων θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους «άρχοντες» της Wall Street.
Ένα πράγμα φαίνεται βέβαιο: ο τρέχων συνδυασμός δεν λειτουργεί.



Τα έσοδα της Goldman ήταν γύρω στα 34 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2012 έως το 2015, πριν υποχωρήσουν στα 30,6 δισεκατομμύρια δολάρια το 2016.
Πέρυσι σημειώθηκε ανάκαμψη στην και αξιοπρεπής απόδοση των ιδίων κεφαλαίων κατά 11%, εξαιρουμένων των φορολογικών μεταβολών.
Όμως, η Goldman κατάφερε αυτό μόνο μειώνοντας το μετοχικό της κεφάλαιο, αγοράζοντας περίπου το 8% των μετοχών της, δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου των ανταγωνιστών της.
Τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου αυτής της εβδομάδας ήταν πιο θετικά, αλλά αυτό οφείλεται και στη μείωση της φορολογία, μετά τη μεταρρύθμιση Trump.
Τον Ιανουάριο 2018, η αξία της Goldman στην αγορά ήταν χαμηλότερη από αυτήν της Morgan Stanley, την βασική ανταγωνίστρια, η οποία κατόρθωσε στο α’ τρίμηνο του 2018 να εμφανίσει κέρδη για πρώτη φορά μετά από μία δεκαετία.
«Βρίσκονται σε μία νέα εποχή», τονίζει ο Ian McDonald, αναλυτής στην Janus Henderson, ο οποίος διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία αξίας 345 δισ. δολ. και έχει επενδύσει στη Goldman.
Τα κορυφαία στελέχη της Goldman υποστηρίζουν ότι η αύξηση στην παροχή δανείων αποτελεί μία φυσιολογική εξέλιξη για μία εταιρεία που θέλει να μετατραπεί από χρηματιστηριακή σε κανονική τράπεζα.
Η Morgan Stanley - η μόνη άλλη ανεξάρτητη επενδυτική τράπεζα που έμεινε ανοικτή - έκανε το ίδιο, οπότε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει γραμμές έκτακτης ρευστότητας από την Federal Reserve εάν χρειαζόταν.
Μετά την κρίση, η Goldman επικεντρώθηκε στην εξισορρόπηση του ισολογισμού της, διευθετώντας μια σειρά αγωγών και καλλιεργώντας μια καλύτερη δημόσια εικόνα.
Μόλις ανάκτησε κάποια σταθερότητα, διαπίστωσε ότι το τραπεζικό σκέλος της δημιουργούσε μία καλή «πλατφόρμα» ώστε σε αυτήν να βασιστούν όλες οι δραστηριότητές της, όπως τονίζει ο  Stephen Scherr, πρώην επικεφαλής στρατηγικής της Goldman, ο οποίος πριν από δύο χρόνια έγινε διευθύνων σύμβουλος της GS Bank.
Η Morgan Stanley αναπτύσσει επίσης το χαρτοφυλάκιό της, ιδιαίτερα σε στεγαστικά δάνεια και σε ενυπόθηκα δάνεια.
Αλλά αυτό που κάνει η Goldman είναι διαφορετικής τάξης: χρησιμοποιεί  την τραπεζική της μονάδα για να παρέχει τα πάντα από δάνεια κεφαλαίου κίνησης σε μεσαίες επιχειρήσεις έως  δάνεια κατασκευής ακινήτων και δάνεια για τους καταναλωτές έως και $ 40.000 για την ανακαίνιση των σπιτιών τους.
Πέρυσι, η Goldman δημιούργησε μια επιχειρηματική μονάδα για το σκοπό αυτό - το τμήμα καταναλωτών και εμπορικών τραπεζών - και διόρισε τον κ. Scherr ως επικεφαλής.
Ήταν η πρώτη φορά που η τράπεζα είχε επανασχεδιάσει τον οργανωτικό της χάρτη από τη δημιουργία του βραχίονα διαχείρισης επενδύσεων στη δεκαετία του '80.
«Ο στρατηγικός στόχος ήταν να χρησιμοποιήσουμε την τράπεζα ως πλατφόρμα για την ανάπτυξη της επιχείρησής μας και ως πλατφόρμα για να διατηρήσουμε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις γύρω από αυτήν», δηλώνει ο κ. Scherr.
Όπως προσθέτει «υπάρχει περισσότερος δανεισμός, όχι μόνο επειδή είμαστε τράπεζα, αλλά επειδή οι ς επιχειρήσεις. . . βλέπουν ευκαιρίες που είναι ελκυστικές από την προοπτική της επιστροφής και συνεπώς αξίζει να συμμετάσχουν».
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η εταιρεία έθεσε ως στόχο  για  αύξηση των ετήσιων εσόδων κατά 5 δισ. δολάρια μέχρι το 2020, και τουλάχιστον  2 δισ. δολάρια που προορίζονται για δανεισμό.
Ένα καλό κομμάτι από αυτό θα προέρχεται από δάνεια σε υπερ-πλούσιους πελάτες της, οι οποίοι συνήθως έχουν τουλάχιστον 50 εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Η επιχείρηση πρόσθεσε δάνεια ύψους 2,8 δισ. δολ. κατά τη διάρκεια του 2017 σε συνολικά 16,6 δισ. δολάρια στο τέλος του έτους.
Προσβλέπει τώρα να προσελκύσει όσους βρίσκονται στο επόμενο επίπεδο - εκείνοι που τυπικά έχουν περιουσιακά στοιχεία κάτω των 10 εκατομμυρίων δολαρίων – έχοντας προσλάβει ειδικούς συμβούλους, οι οποίοι ασχολούνται με παροχή δανείων από 75.000 έως 25 εκατ. δολάρια, τα οποία, όμως, θα είναι εξασφαλισμένα από επενδυτικά χαρτοφυλάκια.
Η Goldman επίσης δίνει περισσότερα δάνεια με μοχλευμένες δόσεις ή δάνεια σε εταιρείες που ήδη κατέχουν πολλά χρέη.
 Οι συμφωνίες ύψους 100 δισ. δολαρίων της εταιρείας στις ΗΠΑ πέρυσι ήταν σε παρόμοιο ύψος με αυτά της Bank of America (148 δισ. δολάρια) και της JPMorgan (140 δισ. δολάρια).
Και φυσικά υπάρχει η Marcus, η απρόσωπη online τράπεζα στην οποία η Goldman έχει επενδύσει τουλάχιστον 500 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον Omer Ismail, τον κύριο εμπορικό της σύμβουλο.
Για να εμπορεύεται τα δάνειά της, η Goldman χρησιμοποιεί και παραδοσιακές μεθόδους, όπως αποστολή διαφημίσεων μέσω ταχυδρομείου ή έκδοση ειδικών «ομάδων» πιστωτικών καρτών, οι οποίες συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένους καταλόγους πώλησης.
Η Marcus έχει τώρα περίπου μισό εκατομμύριο πελάτες σε όλα τα δάνεια και τα προϊόντα αποταμίευσής και στρέφεται και σε άλλους κλάδους, όπως πιστωτικές γραμμές, πιστωτικές κάρτες, διαχείριση περιουσίας και λογαριασμούς συνταξιοδότησης.
Η Goldman έχει επίσης διαφημιστεί στο YouTube κοροϊδεύοντας τις προσφορές δανείων ανταγωνιστών όπως το Lending Club και το Prosper, οι οποίοι λαμβάνουν το 5% του κάθε δανείου ως προκαταβολή - η Goldman δεν χρεώνει τίποτα.
Και η επιχείρηση έχει εργαστεί σκληρά για να μετατρέψει το Marcus σε μία απλή, αξιόπιστη μάρκα.
Ο κ. Scherr συνειδητοποιεί ότι ορισμένες από τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ, επίσης, καινοτομούν.
 Η Citibank και η PNC, για παράδειγμα, έχουν ανακοινώσει σχέδια για την έναρξη νέων ψηφιακών τμημάτων, ενώ η Wells Fargo και η Chase έχουν αναπτύξει δεκάδες εφαρμογές που συμπληρώνουν και ενισχύουν τις υπηρεσίες τους.
Οι αναλυτές χαιρέτισαν την στροφή.
Στα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου που παρουσιάστηκαν αυτή την εβδομάδα, τα καθαρά έσοδα από τόκους ήταν αυξημένα κατά 78% στα  918 εκατ. δολάρια.
Ωστόσο, οι αναλυτές εξακολουθούν να ανησυχούν για τους κινδύνους που συνδέονται με αυτή τη στροφή.
Στα δάνεια που βασίζονται σε τίτλους, για παράδειγμα, ανησυχούν για τις επιπτώσεις μιας στροφής προς πωλήσεις στις αγορές, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αναγκαστικές πωλήσεις και ενδεχόμενες αθετήσεις υποχρεώσεων.
Οι μεγάλες τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Goldman, ισχυρίζονται ότι τα προϊόντα αυτά παρουσιάζουν μικρό κίνδυνο για τον δανειστή, καθώς τα δάνεια δεν είναι ποτέ μεγαλύτερα από τα περιουσιακά στοιχεία έναντι των οποίων εξασφαλίζεται - μέχρι 70% της αξίας των μετοχών ή των εταιρικών ομολόγων και το 90% για κρατικά ομόλογα.
Όμως, όπως και οι άλλες μεγάλες τράπεζες, η Goldman έχει χτίσει το χαρτοφυλάκιο της σε μια εποχή ελαφρώς αυξανόμενων αγορών και ασυνήθιστα χαμηλής μεταβλητότητας. Δεν έχει καμία πραγματική ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο οι πελάτες θα συμπεριφερόταν σε μια βίαιη διόρθωση - ή αν υπάρξουν έκτακτες «βόμβες», όπως η Steinhoff International, το σκάνδαλο που έπληξε τις τράπεζες της Wall Street και την Goldman με ζημίες ύψους ενός δισ. δολαρίων.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS