Δικαιολογημένες οι αποκλίσεις στην εξομάλυνση των κεντρικών τραπεζών, αλλά δημιουργούν κινδύνους

Δικαιολογημένες οι αποκλίσεις στην εξομάλυνση των κεντρικών τραπεζών, αλλά δημιουργούν κινδύνους
H αποκλίνουσα νομισματική πολιτική αποτελεί τη σωστή πορεία αυτή τη στιγμή για τις κεντρικές τράπεζες
Οι αποφάσεις που ανακοίνωσαν την περασμένη εβδομάδα οι κεντρικές τράπεζες έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: η νομισματική πολιτική στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα αποκλίνει σημαντικά τους επόμενους μήνες.
Οι τρεις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου συνεδρίασαν την περασμένη εβδομάδα και οι αποφάσεις τους σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζουν τις αποκλίνουσες οικονομίες τους.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve, Fed), σε μια ευρέως αναμενόμενη κίνηση, αύξησε τα επιτόκια για δεύτερη φορά φέτος – μετά την αύξηση του Μαρτίου – και ανέφερε ότι αναμένει άλλες δύο αυξήσεις μέχρι το τέλος του έτους, αντί των δύο που ανέμενε προηγουμένως, επικαλούμενη μια πιο αισιόδοξη προοπτική για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και τις υψηλότερες προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε ότι θα τερματίσει το πρόγραμμα αγορών τίτλων (ποσοτικής χαλάρωσης ή QE) στα τέλη του 2018, ενώ υπογράμμισε ότι τα επιτόκια θα μείνουν χαμηλά έως τουλάχιστον το καλοκαίρι του 2019.
Τέλος, η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) διατήρησε τη νομισματική της πολιτική αμετάβλητη.
Από τις τρεις, η τελευταία είχε το πιο εύκολο έργο, αν και όχι για καλούς λόγους, αφού ο πληθωρισμός στην Ιαπωνία παραμένει επίμονα κάτω του στόχου.
Στον αντίποδα, η απόφαση της Fed δείχνει κάτι παραπάνω από δικαιολογημένη, με την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας να παραμένει ισχυρή, την απασχόληση να καταγράφει υγιείς ρυθμούς αύξησης, τον πληθωρισμό να ανεβάζει επιτέλους ταχύτητα και με μια μεγάλη δημοσιονομική ώθηση να βρίσκεται στο δρόμο.
Ωστόσο, η Fed πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, διότι η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές διαταραχές, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες οικονομίες.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Fed είναι μια επικίνδυνη κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης μεταξύ των ΗΠΑ και άλλων μεγάλων οικονομιών, καθοδηγούμενης από τον αμερικανό πρόεδρο, Donald Trump.
Εάν οι δασμοί του Trump διευρυνθούν πέραν του χάλυβα και του αλουμινίου, σε τομείς όπως τα αυτοκίνητα, θα μπορούσαν να ζημιωθούν όχι μόνο οι άμεσα επηρεαζόμενοι τομείς αλλά και το γενικότερο επιχειρηματικό κλίμα.
Ίσως η πιο δύσκολη απόφαση ήταν εκείνη της ΕΚΤ, η οποία είναι αντιμέτωπη με το δύσκολο έργο της προετοιμασίας των χρηματοπιστωτικών αγορών για την έξοδό της από την ποσοτική χαλάρωση.
Αντιμετωπίζοντας μια πιο μεταβλητή ανάκαμψη από εκείνη στις ΗΠΑ και διάφορες πολιτικές ταραχές, όπως εκείνες που απορρέουν από τη νέα ιταλική κυβέρνηση, θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για την ηγεσία της ΕΚΤ να μην αναβάλει τη συζήτηση περί λήξης του QE.
Ωστόσο, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, Mario Draghi, κατάφερε να σηματοδοτήσει μια ήπια έξοδο από το QE, διαβεβαιώνοντας, παράλληλα, ότι τα επιτόκια δεν πρόκειται να αυξηθούν στο άμεσο μέλλον.
Οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, μπορούμε να πούμε, ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένες, κάτι που υποδηλώνει ότι η αποκλίνουσα νομισματική πολιτική μάλλον αποτελεί τη σωστή πορεία αυτή τη στιγμή για τις κεντρικές τράπεζες.
Ωστόσο, αν και δικαιολογημένη, η αποκλίνουσα νομισματική πολιτική μπορεί να αυξήσει τις επιπλοκές στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές και να ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών, λόγω του ισχυρού δολαρίου.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να προετοιμαστούν για την αντιμετώπιση αυτής της απόκλισης.
Υποθέτοντας ότι η αγορά θα αντικατοπτρίσει αυτές τις επόμενες δύο αυξήσεις της Fed, η απόδοση των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα κινηθεί πλησιέστερα προς το 3,5% μέχρι το τέλος του έτους.
Κατά συνέπεια, το spread με το αντίστοιχο γερμανικό ομόλογο θα βρεθεί περίπου στο 3% ενώ θα είναι ακόμη μεγαλύτερο με το ιαπωνικό.
Τότε, κάποιοι επενδυτές θα μπουν στον πειρασμό να δανειστούν στη Γερμανία ή στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, και να επενδύσουν σε υψηλής απόδοσης αμερικανικά assets.
Ενώ αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να συμπιέσει σε κάποιο βαθμό τις αποδόσεις, θα εντείνει τους υφιστάμενους κινδύνους στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η παγκόσμια οικονομία σιγά-σιγά κινείται προς την κανονικότητα.
Ωστόσο, η απόκλιση στην πορεία της εξομάλυνσης των πολιτικών στις ανεπτυγμένες οικονομίες και η μεγαλύτερη μεταβλητότητα μεταξύ των νομισμάτων θα μπορούσαν να καταστήσουν τη μετάβαση αυτή δύσκολη για ορισμένες χώρες, ιδίως στις αναδυόμενες αγορές.
Παρόλο που οι αναδυόμενες οικονομίες είναι καλύτερα προετοιμασμένες σε σύγκριση με το παρελθόν, η αστάθεια στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε ακόμα να ασκήσει πιέσεις σε ορισμένες χώρες με ασθενέστερα μάκρο.
Ο κόσμος μπορεί, εξάλλου, να μην επιστρέψει ποτέ σε αυτό που ήταν φυσιολογικό πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Επιπλέον, αυτή η ήδη ξεπερασμένη ανάκαμψη θα μπορούσε να χάσει τη δυναμική της ανά πάσα στιγμή.
Παρ’ όλα αυτά, οι καταναλωτές, οι επενδυτές και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να νιώθουν σε κάποιο βαθμό σίγουροι ότι οι κεντρικές τράπεζες των μεγαλύτερων οικονομιών στον κόσμο ξέρουν πλέον πώς πρέπει να αντιδράσουν σε μια ύφεση.

www.bankingnews.gr

Ελευθερία Πιπεροπούλου

BREAKING NEWS