Mises Institute: Μια ανέντιμη συμμαχία ΕΚΤ - τραπεζών, τελικά υπονομεύει το ευρώ

Mises Institute: Μια ανέντιμη συμμαχία ΕΚΤ - τραπεζών, τελικά υπονομεύει το ευρώ
Τα προβλήματα της Deutsche Bank προκαλούν ανησυχίες για το μέλλον της ζώνης του ευρώ
Ο τραπεζικός τομέας της Ευρωζώνης είναι τεράστιος: Τον Απρίλιο του 2018, ο συνολικός ισολογισμός του ανήλθε στα 30,9 τρισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 268% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της ζώνης.
Δυστυχώς, πολλές τράπεζες του ευρώ είναι σε κακή κατάσταση, αφού υποφέρουν από χαμηλή κερδοφορία και έχουν εκτιμώμενη συνολική έκθεση σε μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ύψους περίπου 759 δισ. ευρώ, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του μετοχικού κεφαλαίου τους.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, το Mises Institute διαπιστώνει ότι η εξέλιξη των τιμών των μετοχών υποδηλώνει ότι οι επενδυτές έχουν χάσει αρκετή από την εμπιστοσύνη τους σχετικά με τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Ενδεικτικό είναι το ιστορικό ποσοστό που δείχνει ότι ενώ οι τραπεζικοί τίτλοι των ΗΠΑ αυξήθηκαν 24% από τις αρχές του 2006, ο δείκτης των τραπεζών της ζώνης του ευρώ εξακολουθεί να είναι χαμηλότερος κατά 70%.
Ο λόγος μπορεί να βρίσκεται και στο γεγονός ότι οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας, η Deutsche Bank και η Commerzbank, έχουν χάσει το 85% και 94% της αξίας τους αντίστοιχα.
Με ισολογισμό σχεδόν 1,5 τρισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2018, η Deutsche Bank αντιπροσώπευε περίπου το 45% του γερμανικού ΑΕΠ.
Σε διεθνή σύγκριση, αυτό το ποσοστό είναι τεράστιο, δείχνοντας μια εντελώς τρομακτική διάσταση.
Πρόκειται κυρίως για το γεγονός ότι η τράπεζα εξακολουθεί να έχει ένα εκτεταμένο (αν και όχι κερδοφόρο) αποτύπωμα στη διεθνή επενδυτική τραπεζική, παρά το γεγονός ότι η τράπεζα έχει ήδη αρχίσει να μειώνει τον ισολογισμό της.
Προσοχή στις μεγάλες τράπεζες - αυτό θα μπορούσαμε να μάθουμε από τις τελευταίες χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κρίσεις, υπενθυμίζει το Mises Institute.  
Οι μεγάλες τράπεζες μπορούν να θέσουν ολόκληρη την οικονομία ως όμηρο.
Όταν έρθουν σε δύσκολη θέση, μπορούν να παρασύρουν τα πάντα μαζί τους, ειδικά τους "αθώους παρευρισκόμενους" - φορολογούμενους.
 

Τραπεζικοί Κίνδυνοι

Για το λόγο αυτό, είναι λογικό να υπενθυμίσουμε τους θεμελιώδεις κινδύνους των τραπεζών - δηλαδή τον κίνδυνο ρευστότητας και τον κίνδυνο φερεγγυότητας - και το εάν και πότε θα υλοποιηθούν αυτοί οι κίνδυνοι.
Στην πραγματικότητα, για να αποτρέψουν τους κινδύνους αυτούς από την υλοποίησή τους, οι κεντρικές τράπεζες έχουν δεσμευτεί να ακολουθήσουν πολιτικές που προκαλούν πληθωρισμό.
Ο κίνδυνος ρευστότητας περιγράφει τον κίνδυνο μιας τράπεζας να μην εκπληρώσει πλήρως τις πιστωτικές της υποχρεώσεις.
Αυτός είναι εγγενής κίνδυνος, καθώς οι περισσότερες τράπεζες επεκτείνουν τα μακροπρόθεσμα δάνεια και αναχρηματοδοτούνται με βραχυπρόθεσμα κεφάλαια.
Ως αποτέλεσμα αυτού, σε μια κατάσταση κατά την οποία οι επενδυτές δεν είναι πλέον πρόθυμοι να δανείσουν τα χρήματά τους, οι τράπεζες μπορεί να μην είναι σε θέση να αποκτήσουν νέα κεφάλαια.
Ωστόσο, στο σημερινό χρηματικό σύστημα, οι κεντρικές τράπεζες είναι σε θέση να εκτυπώσουν οποιαδήποτε ποσότητα βασικών χρημάτων σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή και μπορούν να δανείσουν αυτά τα νέα χρήματα σε προβληματικές τράπεζες κατά την κρίση τους.
Ο κίνδυνος ρευστότητας μπορεί να αντιμετωπίζεται, και στην πραγματικότητα λαμβάνεται, από τις κεντρικές τράπεζες.
Μια εμπορική τράπεζα μπορεί να καταρρεύσει λόγω έλλειψης ρευστότητας, αλλά όχι το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του, καθώς οι κεντρικές τράπεζες μπορούν και αποφασίζουν να υποστηρίξουν το σύστημα.
Ως κίνδυνος φερεγγυότητας νοείται ο κίνδυνος τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών να μην είναι αρκετά αξιόπιστα για την εξυπηρέτηση των χρεών τους.
Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν οι ζημίες από τα δάνεια μειώνουν την εισροή ταμειακών ροών της τράπεζας κάτω από τις ταμειακές της εκροές.
Μια τράπεζα μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί για αρκετό διάστημα παρά την αφερεγγυότητά της, αρκεί να πληρώνει τις καθημερινές της απαιτήσεις πληρωμών, αν οι ταμειακές εκροές παραμένουν κάτω από το σύνολο που θα καταστεί απαιτητό σε κάποιο χρονικό σημείο.
Αν και όταν η αφερεγγυότητα υπερβαίνει τα περιουσιακά στοιχεία του παθητικού, το μετοχικό κεφάλαιο μιας τράπεζας καταστρέφεται και η τράπεζα μπορεί να χρεοκοπήσει.
Ενώ είναι σχετικά εύκολο για μια κεντρική τράπεζα να αποτρέψει μια κρίση ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα, το ίδιο δεν συμβαίνει όταν πρόκειται για μια κρίση σε περίπτωση αφερεγγυότητας.
Όταν οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων αρχίσουν να μειώνονται και οι ζημίες πραγματοποιούνται, τα προβλήματα φθάνουν σε μια νέα διάσταση.
Εάν οι τράπεζες σε μια τέτοια κατάσταση δεν καταφέρουν να αντλήσουν νέα κεφάλαια, η κυβέρνηση - φοβούμενη την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος - συνήθως επεμβαίνει.
Χρησιμοποιεί είτε τα χρήματα των φορολογουμένων για να παράσχει νέα κεφάλαια στις τράπεζες είτε μπορεί να εκδώσει νέο χρέος, το οποίο θα αγοραστεί από την κεντρική τράπεζα.
Στην πραγματικότητα, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις έχουν θέσει ένα "δίχτυ ασφαλείας" στο πλαίσιο του τραπεζικού κλάδου.
Οι μικρότερες τράπεζες μπορούν να καταρρεύσουν, αλλά σε ένα σενάριο στο οποίο ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα καταρρέει τότε οι αρχές θα επέμβουν.
Και αυτό για έναν απλό λόγο: Από πολιτικής άποψης, το κόστος μιας κατάρρευσης του συστήματος είναι απλά υπερβολικά υψηλό και πρέπει να αποφευχθεί.
 


Ένας φαύλος κύκλος

Το παραπάνω θέτει σε κίνηση έναν πραγματικά φαύλο κύκλο.
Οι πολιτικές νομισματικής χαλάρωσης και οι πρακτικές των τραπεζών μετατρέπουν σε φούσκες πολλούς τομείς της οικονομίας, οι οποίες αργά ή γρήγορα θα σκάσουν.
Ο κίνδυνος ρευστότητας και ιδιαίτερα ο κίνδυνος αφερεγγυότητας αναμένεται να χτυπήσει τον τραπεζικό κλάδο σε κάποιο σημείο.
Για να αποφευχθεί η υλοποίηση του σεναρίου, η κεντρική τράπεζα πρέπει να συνεχίσει να επεκτείνει την ποσότητα (βασικού) χρήματος και να διατηρεί τα επιτόκια σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα, διατηρώντας το πληθωριστικό σύστημα σε εξέλιξη.
Έτσι, οι κεντρικές τράπεζες σπέρνουν τους σπόρους της κρίσης και όταν η κρίση ξετυλίγεται.
Περιττό να πούμε ότι ένας τέτοιος κύκλος προκαλεί μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Οι φορολογούμενοι βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να υποχωρεί, ενώ υπάρχουν μόνο μερικά οφέλη.
Δεδομένων των προβλημάτων του τραπεζικού κλάδου της ζώνης του ευρώ, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι μπορεί να συμβεί στη συνέχεια.
Το σενάριο ότι οι οικονομίες της ζώνης του ευρώ θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πέραν των τραπεζών τους προβλημάτων θα ήταν αναμφισβήτητα ένα αρκετά βολικό, αλλά είναι μάλλον απίθανο σενάριο.
Η διάσωση των προβληματικών τραπεζών με τα χρήματα των φορολογουμένων και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με πληθωρισμό θα μπορούσε να είναι ένα πολύ λιγότερο ευχάριστο σενάριο, αλλά φαίνεται πιθανότερο.
Ένα πράγμα είναι αναμφισβήτητο: Εάν μια υπερμεγέθης τραπεζική οντότητα αρχίσει να συρρικνώνεται, το εξαιρετικό απόθεμα των πιστώσεων και των χρημάτων θα μειωθεί.
Και καθώς η ποσότητα των χρημάτων μειώνεται, οι τιμές σε όλη την οικονομία υποχωρούν, προκαλώντας αποπληθωρισμό.
Περιττό να πούμε ότι ο αποπληθωρισμός είναι ένας εφιάλτης για τις υπερχρεωμένες οικονομίες: Οι πτώση των τιμών αυξάνουν το πραγματικό χρέος, οδηγώντας την οικονομία σε ένα καθοδικό σπιράλ.

Ο πληθωρισμός είναι μια πολιτική που δεν μπορεί να διαρκέσει

Ο σημερινός πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Mario Draghi, δήλωσε τον Ιούλιο του 2012: "Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να κάνει ό, τι χρειάζεται για την προστασία του ευρώ.
Και πιστέψτε με, θα είναι αρκετό".
Αυτές οι λέξεις υποδεικνύουν ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να εκτυπώσει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ευρώ, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του νομίσματος.
Ωστόσο, κατά ειρωνικό τρόπο, αυτό ακριβώς κάνει το σύστημα εκτύπωσης χρημάτων της ΕΚΤ.
Ο Ludwig von Mises (1881 - 1973) σημείωσε σε αυτό το πλαίσιο με σύνεση: "Όλες οι κυβερνήσεις είναι σταθερά προσηλωμένες στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων, πιστωτικής επέκτασης και πληθωρισμού.
Όταν συμβαίνουν τα αναπόφευκτα επακόλουθα αυτών των βραχυπρόθεσμων πολιτικών, γνωρίζουν μόνο ένα μέτρο: να συνεχίσουν τις πληθωριστικές τους πολιτικές".
Αυτές οι λέξεις περιγράφουν πολύ καλά αυτό που συνέβη στη ζώνη του ευρώ.
Χωρίς την υπερβολικά γενναιόδωρη έκδοση ευρώ εκ μέρους της ΕΚΤ, το τραπεζικό σύστημα του ευρώ δεν θα μπορούσε να φθάσει στο σημερινό του μέγεθος, τη φουσκωμένη διάστασή του.
Και με την προσπάθειά του να διορθώσει τις πληθωριστικές πολιτικές του παρελθόντος - δηλαδή την πρόληψη της κατάρρευσης του τραπεζικού τομέα του ευρώ, η ΕΚΤ πρόκειται να ακολουθήσει ακόμη πιο εκτεταμένες πληθωριστικές πολιτικές.
Η ζώνη του ευρώ παρέχει ένα παράδειγμα εγχειριδίου μιας μάλλον ανέντιμης συμμαχίας μεταξύ της κεντρικής τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών.
Εκτός της εύθραυστης ανάκαμψης, η ανέντιμη συμμαχία έχει επίσης καταστήσει δυνατή μια υπερμεγέθη τραπεζική βιομηχανία.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS