Ο εμπορικός πόλεμος φέρνει νέες πιέσεις στο πετρέλαιο – Ποιες οι επιπτώσεις στις αγορές;

Ο εμπορικός πόλεμος φέρνει νέες πιέσεις στο πετρέλαιο – Ποιες οι επιπτώσεις στις αγορές;
Τόσο οι τιμές του πετρελαίου τύπου Brent, όσο και οι τιμές του αμερικανικού αργού σημείωσαν απώλειες άνω του -6% τον Ιούλιο του 2018
Κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, το πετρέλαιο κατέγραψε μία αξιοσημείωτη ανοδική πορεία, αγγίζοντας για πρώτη φορά τα 80 δολ. ανά βαρέλι μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια, εν μέσω της συμφωνίας μεταξύ ΟΠΕΚ και Ρωσίας για περιορισμούς στην παραγωγή τους.
Ωστόσο, τον προηγούμενο μήνα, οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν σταδιακά να υποχωρούν, με τον Ιούλιο να χαρακτηρίζεται ως ο χειρότερος μήνας των τελευταίων δύο ετών για τον μαύρο χρυσό.
Οι τιμές του πετρελαίου τύπου Brent σημείωσαν απώλειες μεγαλύτερες του -6%, ενώ οι τιμές του αμερικανικού αργού σημείωσαν πτώση της τάξεως του -7%.
Βασικός λόγος για την αρχική πτώση ήταν η απόφαση του Οργανισμού Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών και της Ρωσίας να διακόψουν τους περιορισμούς στην παραγωγή τους, καθώς εκτιμούσαν ότι η ενεργειακή αγορά βρίσκεται πλέον κοντά στην εξισορρόπηση, εκφράζοντας παράλληλα τον προβληματισμό τους για τη δημιουργία ενδεχόμενη έλλειψης τους ερχόμενους μήνες, καθώς η ζήτηση αυξάνεται και οι επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες.
Οι δύο πλευρές προχώρησαν άμεσα σε αύξηση της παραγωγής τους, με τη Σαουδική Αραβία να παράγει πλέον 10,65 εκατ. βαρέλια ημερησίως, την ίδια στιγμή που η παραγωγή της Ρωσίας έχει ξεπεράσει τα 11 εκατ. βαρέλια.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ενισχύουν τις εξαγωγές πετρελαίου, οι οποίες είχαν αποτελέσει σημαντικό αντίβαρο στην προσπάθεια του ΟΠΕΚ κατά το προηγούμενο διάστημα, με την παραγωγή της χώρας να αγγίζει τα 10,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως στις αρχές του προηγούμενου μήνα, γεγονός που αποτελεί και ιστορικό υψηλό.
Από τον Νοέμβριο του 2016, όταν και ανακοινώθηκε η συμφωνία του Οργανισμού, η παραγωγή των ΗΠΑ έχει ενισχυθεί περισσότερο από 25%, ενώ η ανοδική αυτή τάση, σε συνδυασμό και την ολοκλήρωση της συμφωνίας, αναμένεται να διατηρήσει την ενεργειακή αγορά υπό πίεση.
Επιπλέον, με τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας να παραμένουν στο επίκεντρο, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να επηρεαστούν και από τις σχετικές εξελίξεις, ιδιαίτερα εάν οι δύο χώρες αυξήσουν τους δασμούς τους.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι νέοι δασμοί σε βάρος της Κίνας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιβράδυνση της οικονομικής της ανάπτυξης, και δεδομένου ότι το Πεκίνο αποτελεί έναν από τους βασικούς καταναλωτές πετρελαίου παγκοσμίως, μία ύφεση της οικονομίας της θα μπορούσε να δημιουργήσει εμπόδια στη ζήτηση.
Επιπλέον, το Πεκίνο έχει ήδη συμπεριλάβει στα προτεινόμενα αντίμετρα την επιβολή δασμών στις εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει σταδιακά τις εισαγωγές από την Ουάσιγκτον, αυξάνοντας τα αποθέματα των αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών.
Σύμφωνα με την εταιρεία ενεργειακής έρευνας, Wood Mackenzie, οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα ανήλθαν κατά μέσο όρος στα 300 χιλ. βαρέλια ημερησίως για το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, αριθμός που αντιπροσωπεύει το 20% των συνολικών αμερικανικών εξαγωγών.
«Αυτό δείχνει ότι η Κίνα είναι μία σημαντική διέξοδος για τις εξαγωγές αμερικανικού αργού, και οι πρώτες ενδείξεις για το δεύτερο τρίμηνο του 2018 έδειξαν ότι αυτές οι εξαγωγές είναι πολύ μεγαλύτερες», αναφέρει η Wood Mackenzie, εκτιμώντας μάλιστα ότι σε μία βάση ελεύθερου εμπορίου, τα παραπάνω νούμερα μπορεί να διπλασιαστούν μέσα στην επόμενη πενταετία.
Ενώ το Brent βρισκόταν στα 79 δολ. ανά βαρέλι στις αρχές του Ιουλίου, υποχώρησε στα 73 δολ. ανά βαρέλι, όταν η κινεζική κυβέρνηση ανακοίνωσε αντίμετρα σε βάρος των αμερικανικών προϊόντων.
Καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες αγορές για τα προϊόντα της Κίνας, οι νέοι δασμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες πωλήσεις και σε περιορισμό της κινητικότητας των καταναλωτών.
Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κατανάλωσης του πετρελαίου, η οποία θα ενισχύει την προσφορά στην ενεργειακή αγορά, και θα οδηγήσει τις τιμές χαμηλότερα.
«Τα πρόσφατα σημάδια προστατευτισμού από τις ΗΠΑ αυξάνουν την πιθανότητα ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου», σχολίαζε σε έκθεσή του ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας πριν από μερικούς μήνες, όταν και ο αμερικανός πρόεδρος, Donald Trump, πραγματοποιούσε τις πρώτες αναφορές σχετικά με τους δασμούς.
«Μία επιβράδυνση στο παγκόσμιο εμπόριο θα είχε ισχυρές συνέπειες, ιδιαίτερα στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στο ναυτιλιακό τομέα και στη βιομηχανία φορτηγών», ανέφερε μεταξύ άλλων η έκθεση του IEA.
Μάλιστα, η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία έχει σταθεί στο πλευρό της αμερικανικής διοίκησης κατά το προηγούμενο διάστημα, εξέφρασε την αντίθεσή της στις σχετικές αποφάσεις για την επιβολή δασμών.
«Η εφαρμογή των νέων δασμών θα προκαλέσει εμπόδια στην σύνθετη αλυσίδα εφοδιασμού της πετρελαϊκής βιομηχανίας και του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, θέτοντας σε κίνδυνο τα τρέχοντα και τα μελλοντικά αμερικανικά ενεργειακά έργα, γεγονός που θα μπορούσε να αποδυναμώσει την εθνική μας ασφάλεια», ήταν η χαρακτηριστική δήλωση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Αμερικανικού Ινστιτούτου Πετρελαίου, Jack Gerard.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των Ανεξάρτητων Παραγωγών του Τέξας, Ed Longanecker, τόνισε ότι οι δασμοί θα αυξήσουν το κόστος των πρώτων υλών για τις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου ξόδεψαν 8 και 9 δισ. δολάρια μονάχα στους αγωγούς κατά το τελευταίο έτος, κάτι τέτοιο θα αυξήσει το κόστος κατασκευής περισσότερο από 2 δισ. δολ. ετησίως, εάν τα προϊόντα προέρχονται από το εξωτερικό», υπογραμμίζει ο Ed Longanecker.
Αν και ο συνολικός αντίκτυπος στην ενεργειακή αγορά από τις εμπορικές εντάσεις είναι δύσκολο να υπολογιστεί ακόμα, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το σενάριο ενός πλήρους εμπορικού πολέμου είναι πιθανό ότι θα αποφευχθεί, καθώς ο διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών θα υπερτερήσει της διαμάχης.
«Πιστεύουμε ότι οι ψυχραιμότεροι θα επικρατήσουν στο τέλος, η παγκόσμια οικονομία θα αποφύγει τα χειρότερα, και οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων θα ανακάμψουν μέχρι το τέλος του καλοκαιριού», ανέφερε σε σημείωμά της η Scotiabank, ενώ παράλληλα αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν αρκετές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι τιμές του πετρελαίου δεν θα υποχωρήσουν χαμηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα.
Μάλιστα, η αμερικανική τράπεζα Goldman Sachs διατήρησε τις προβλέψεις της ότι η τιμή του πετρελαίου θα πραγματοποιήσει άνοδο της τάξεως του 10% μέσα στους επόμενους 12 μήνες, εκφράζοντας την πεποίθησή της ότι οι προβληματισμοί που αφορούν τον εμπορικό πόλεμο έχουν υπερεκτιμηθεί.
Παράλληλα, η Goldman υποβάθμισε τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσουν οι δασμοί της Κίνας στις εισαγωγές αμερικανικού αργού, ισχυριζόμενη ότι οι αγορές θα προσαρμοστούν γρήγορα σε αυτήν την αλλαγή, καθώς και ότι οι ΗΠΑ θα βρουν άμεσα νέους αγοραστές για τα αποθέματα τα οποία δεν θα πωληθούν εξαιτίας των δασμών.
«Πιστεύουμε ότι ο αντίκτυπος του εμπορικού πολέμου στις αγορές εμπορευμάτων θα είναι πολύ μικρός, με εξαίρεση των τομέα της σόγιας, όπου δεν είναι δυνατή η πλήρης αναδρομολόγηση των προμηθειών», καταλήγει το σημείωμα της αμερικανικής τράπεζας.
Σημειώνεται ότι κατά την ολοκλήρωση της περασμένης εβδομάδας, η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent βρισκόταν στα 73,36 δολ. ανά βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό διαπραγματευόταν στα 68,65 δολ. ανά βαρέλι.

Μενέλαος Μπέλλος
www.bankingnews.gr

Μενέλαος Μπέλλος

BREAKING NEWS