HSBC: Η Ελλάδα ανακάμπτει... αλλά οι τράπεζες είναι η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας - Ανύπαρκτες ακόμη οι επενδύσεις

HSBC: Η Ελλάδα ανακάμπτει... αλλά οι τράπεζες είναι η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας - Ανύπαρκτες ακόμη οι επενδύσεις
Οι 4+1 κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, σύμφωνα με την HSBC
Η Ελλάδα ανακάμπτει, αλλά οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν την κύρια πηγή ανησυχίας.
Αυτό αναφέρει η HSBC στην τελευταία 11σέλιδη ανάλυσή της υπό τον τίτλο "Glass half full - Trip notes from Athens" (Το ποτήρι μισογεμάτο - Εντυπώσεις από το ταξίδι στην Αθήνα), την οποία σας παρουσιάζει το bankingnews.gr, και στην οποία εξαίρεται η επίδοση της ελληνικής οικονομίας.
Όπως επισημαίνεται, οι αναλυτές της HSBC μόλις επέστραψαν από ένα ταξίδι στην Ελλάδα, όπου συνάντησαν τον υπουργό Οικονομικών και άλλους βασικούς υπουργούς της κυβέρνησης, εκπροσώπους των θεσμών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ) και του εγχώριου τραπεζικού κλάδου (Τράπεζα της Ελλάδος, ΟΔΔΗΧ, ΤΧΣ και ΤΑΙΠΕΔ).
Επίσης, είχαν συναντήσεις με εκπροσώπους της Νέας Δημοκρατίας και όλων των εμπορικών τραπεζών.
Μάλιστα, επισημαίνουν ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που επισκέφτηκαν την Ελλάδα από τότε που βγήκε από το πρόγραμμα διάσωσης τον Αύγουστο του 2018 και το ταξίδι επιβεβαίωσε την άποψή τους ότι η ανάπτυξη της χώρας παραμένει σε σταθερή τροχιά.
Η Ελλάδα μέχρι στιγμής δεν έχει επηρεαστεί από την επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης της και της ευρωζώνης, ενώ η ανάπτυξη της διευρύνεται σε περισσότερους τομείς της οικονομίας.
Οι μεγάλες διαφορές στις εκτιμήσεις των αναλυτών για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας, αποδίδονται κυρίως στην κόπωση των μεταρρυθμίσεων και τα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν την αύξηση της παραγωγικότητας.
Μέχρι στιγμής, η παρακολούθηση μετά το πρόγραμμα ήταν σχετικά ομαλή.
Ωστόσο, η ΕΕ έχει πρόσφατα αναστείλει την εκταμίευση ύψους 1 δισ. ευρώ στην Ελλάδα λόγω διαφωνίας σχετικά με ένα νόμο για την προστασία πρώτης κατοικίας, το πλαίσιο της οποίας θα βοηθήσει τις τράπεζες να διαχειριστούν τα αποθέματα NPLs τους.
Ωστόσο, και οι δύο πλευρές ήταν θετικές στη δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας, ενδεχομένως εγκαίρως έως τη συνεδρίαση του Eurogroup της 5ης Απριλίου.
Στον δημοσιονομικό τομέα, η Ελλάδα βρίσκεται με ένα ταμείο ύψους άνω των 40 δισ. ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι χρηματοδοτείται πλήρως μέχρι το τέλος του 2023 τουλάχιστον.
Δεν υπάρχει σαφής στρατηγική για το τι πρέπει να γίνει με μερικά από τα πλεονάζοντα μετρητά, αλλά θα μπορούσε να περιλαμβάνει ένα συνδυασμό επιστροφής μέρους των δανείων του ΔΝΤ, μειώνοντας το κόστος του, τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών ή τη στήριξη των τραπεζών στις προσπάθειες μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Μετά από δύο επιτυχημένες δημοπρασίες ομολόγων φέτος, η Ελλάδα θα μπορούσε να πετύχει τον ετήσιο στόχο έκδοσης ύψους 7 δισ. του οργανισμού διαχείρισης χρέους (ΟΔΔΗΧ).


Οι κίνδυνοι

Οι αναλυτές της HSBC θεωρούν ότι οι κύριοι κίνδυνοι είναι:
- η δημοσιονομική απόκλιση σε σχέση με ορισμένες εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις
- οι επιπτώσεις της πρόσφατα συμφωνηθείσας αύξησης του κατώτατου μισθού κατά 11%
- οι εξωτερικές ανισορροπίες
- Οι επικείμενες εκλογές.
Οι κίνδυνοι όμως φαίνονται σχετικά περιορισμένοι.
Οι τράπεζες συνεχίζουν να βελτιώνουν την ποιότητα του ενεργητικού τους, ενώ εμφανίζονται βέβαιες ότι μπορούν να επιτύχουν την προβλεπόμενη αναδιάρθρωση του ισολογισμού.
Τα μηνύματα όμως για την ομαλοποίηση των ισολογισμών ήταν ανάμεικτα, ενώ οι ενδιαφερόμενοι είχαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με την πιθανότητα, τη χρησιμότητα και το χρονοδιάγραμμα των πιθανών λύσεων που αφορούν το σύνολο του τομέα, καθώς και τη δομή και την αποτελεσματικότητα του συνολικού πλαισίου αντιμετώπισης των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.


Μικτά μηνύματα για τις τράπεζες - Ευρεία συμφωνία για ορισμένα θέματα, όχι για όλα

Η HSBC διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση, τα εγχώρια και διεθνή ιδρύματα και οι τράπεζες συμφωνούν πλήρως σε μερικά θέματα.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, φαίνεται ότι υπάρχει συναίνεση για την αύξηση του ορίου χρήσης των κρατικών ομολόγων, προκειμένου να βελτιωθεί η κερδοφορία των τραπεζών, να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην αγορά και να εξομαλυνθούν οι διαφορές μεταξύ των τραπεζών.
Ωστόσο, υπάρχει ελάχιστη σαφήνεια σχετικά με το χρονοδιάγραμμα μιας τέτοιας κίνησης ή τις λεπτομέρειες όσον αφορά πιθανούς μελλοντικούς περιορισμούς.
Φαίνεται έτσι απίθανο να υπάρξει κάποια εξέλιξη άμεσα.
Όλα τα μέρη συμφώνησαν επίσης ότι οι τάσεις στην ποιότητα του ενεργητικού βελτιώνονται με τον ρυθμό των default να έχει πτωτική τάση και οι τράπεζες έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στη μείωση των NPEs.
Πέρα από αυτά τα δύο θέματα, ωστόσο, τα μηνύματα φαίνεται να είναι μικτά.
Οι απόψεις απέκλιναν όταν πρόκειται για παροχή πίστωσης.
Οι τράπεζες είναι ανένδοτες ότι δεν περιορίζονται από τη ρευστότητα ή τα κεφάλαια.
Τα σχέδιά τους περιλαμβάνουν αυξανόμενα επίπεδα νέας παραγωγής και βλέπουν τη ζήτηση των πιστώσεων να αυξάνεται κυρίως για επιχειρήσεις και ΜΜΕ και ίσως και για την καταναλωτική πίστη.
Τα στεγαστικά δάνεια θεωρούνται πιθανότατα να συνεχίσουν να είναι στο περιθώριο  για αρκετά χρόνια λόγω της συνεχιζόμενης απομόχλευσης.
Από τη μεριά τους, τα διάφορα όργανα που συνάντησε η HSBC εξέφρασαν την άποψη ότι η προσπάθεια μείωσης των NPE εξακολουθεί να περιορίζει σημαντικά την ικανότητα των τραπεζών να δανείζουν.


Αργές βελτιώσεις στην ποιότητα του ενεργητικού

Όσον αφορά την ποιότητα του ενεργητικού, ενώ οι τράπεζες αναμένουν σημαντική επιτάχυνση στη μείωση των NPEs, δεν είναι σαφές εάν όλα τα μέρη πιστεύουν ότι αυτό είναι εφικτό και, το σημαντικότερο, αν αυτό θα ήταν αρκετό.
Οι μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν στο υφιστάμενο πλαίσιο για τη μείωση των NPE θεωρούνται ευρέως θετικές, αλλά πάλι διαφορετικά στοιχεία αντιμετωπίζονται ως προβληματικά από τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Η έλλειψη τρίτων μερών σε πλειστηριασμούς αποτελεί έναν τομέα ενδιαφέροντος για τα θεσμικά όργανα, ενώ οι τράπεζες τονίζουν ότι το συνολικό απόθεμα που προτίθενται να αποκτήσουν είναι σχετικά μικρό.
Το πλαίσιο εταιρικής αφερεγγυότητας φαίνεται να είναι ανεπαρκές για τις τράπεζες προκειμένου να αναδιαρθρώσουν τα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ τα θεσμικά όργανα θεωρούν το πλαίσιο των NPL ως πλήρες, αν και ολοκληρώθηκε με καθυστερήσεις.
Οι τράπεζες θεωρούν ως θετική εξέλιξη του νέου προτεινόμενου νόμου για την προστασία της πρώτης κατοικίας καθώς συγκρίνεται ευνοϊκά με το υφιστάμενο πλαίσιο και με αυστηρότερα κριτήρια, αποτελεσματικότητα και κίνητρα.
Τα θεσμικά όργανα, όμως, θεωρούν ότι τα κριτήρια, η περίμετρος και η μεταβατική περίοδος δεν είναι αρκετά αυστηρά.
Είναι επομένως ασαφές εάν η κυβέρνηση θα ασκήσει μονομερή πίεση ή εάν θα συμβιβάσει τις πιέσεις από τους θεσμούς.

Κλαδικές λύσεις για τη μείωση του NPE

Όσον αφορά τις συνολικές λύσεις για τη μείωση των NPE, το καθεστώς προστασίας των περιουσιακών στοιχείων (APS) από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (HFSF) και υιοθετήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, καθώς έχει υποβληθεί στις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού (DGComp) για έγκριση.
Το καθεστώς θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του έτους ή στις αρχές του 2020.
Οι τράπεζες βλέπουν το σχέδιο θετικά, αν και τα οικονομικά δεν είναι απολύτως σαφή.
Η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (AMC) είναι φαινομενικά υπό συζήτηση, ενώ οι απόψεις διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά τις δυνατότητες, το χρονοδιάγραμμα υποβολής στην DGComp καθώς και τη χρονική στιγμή κατά την οποία θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία.
Οι τράπεζες φαίνεται να το βλέπουν ευνοϊκά, καθώς φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να μειώσουν τα NPEs, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες της αγοράς σχετικά με την ποιότητα του κεφαλαίου τους.
Σημειώνεται εδώ ότι ορισμένα θεσμικά όργανα ανησυχούν επίσης ότι οι προαναφερθείσες συστημικές λύσεις θα μπορούσαν να αποσπάσουν τις τράπεζες και άλλους ενδιαφερόμενους από το έργο της μείωσης των NPEs.

Η οικονομία είναι σε καλό δρόμο

Η Ελλάδα σημείωσε ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 1,9% πέρυσι, το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι μίλησαν για την αναμενόμενη αύξηση ελαφρώς μεγαλύτερη από 2% φέτος.
Ωστόσο, το τελευταίο τρίμηνο του 2018 υπήρξε μια μικρή απογοήτευση (-0,1%), με την πρώτη συρρίκνωση του ΑΕΠ σε δυόμισι έτη, ακόμη και αν παρατηρήθηκε κυρίως ως "απόσβεση" από την πολύ ισχυρή ανάπτυξη του 3ου τριμήνου (+1,0%).
Ωστόσο, αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μικρές αναθεωρήσεις προς τα κάτω στις προβλέψεις για το 2019 τις προσεχείς εβδομάδες.
Η συνολική εικόνα της ανάπτυξης παραμένει όμως πολύ θετική, καθώς διευρύνεται σε περισσότερους τομείς της οικονομίας, σε αντίθεση με τα προηγούμενα τρίμηνα που περιοριζόταν κυρίως στον τουρισμό (ο οποίος αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του ΑΕΠ).
Η παραγωγική δραστηριότητα βελτιώνεται (η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε άνοδο και ο δείκτης PMI σταθεροποιήθηκε στις περίπου 54 μονάδες) και η οικιστική κατασκευή παρουσιάζει κάποια χλιαρά σημάδια ανάκαμψης, που οδήγησε τελικά στην αύξηση των τιμών των κατοικιών για πρώτη φορά σε πάνω από δέκα χρόνια.
Ο κύριος κινητήριος μοχλός είναι η εγχώρια ζήτηση, καθώς τόσο η απασχόληση όσο και οι μισθοί αυξάνονται γρήγορα.
Οι δείκτες της έρευνας συνεχίζουν να δείχνουν τη σταθερή ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της οικονομίας.


Έλλειψη των επενδύσεων μέχρι σήμερα

Το στοιχείο που λείπει από την ανάκαμψη μέχρι στιγμής είναι η επένδυση, αφού είναι ακόμα στα δύο τρίτα κάτω από τα προ της κρίσης επίπεδα.
Βάσει προκαταρκτικών εκτιμήσεων, οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 12% το 2018 (αν και μπορεί να είναι υπό την επιφύλαξη αναθεωρήσεων, δεδομένου ότι τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν μεγάλη συμβολή από τα αποθέματα στην ανάπτυξη πέρυσι,
που τείνει να αποδοθεί στην κατανάλωση ή - πιθανότατα - στις επενδύσεις σε μεταγενέστερα στάδια).
Επίσης, η απορρόφηση των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ ήταν χαμηλή, και οι δημόσιες επενδύσεις έχουν σταθερά χαμηλούς στόχους (με χάσμα περίπου 1% του ΑΕΠ ανά έτος) εξαιτίας των περιορισμών της ικανότητας και της ανεπάρκειας της δημόσιας διοίκησης.

Η έλλειψη επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη για το αναπτυξιακό δυναμικό

Η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη είναι το σημείο όπου οι οικονομολόγοι που συναντήσε η HSBC διαφωνούν περισσότερο.
Οι περισσότεροι βλέπουν την ανάπτυξη να υπερβαίνει το 2% για αρκετά χρόνια, κυρίως λόγω της υπάρχουσας χαλάρωσης της οικονομίας, αλλά το ΔΝΤ αναμένει ότι η χαλάρωση θα διαβρωθεί γρήγορα, με την αύξηση του ΑΕΠ να μειώνεται ραγδαία από τα σημερινά επίπεδα σε 1,2% το 2022.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στα αρνητικά δημογραφικά στοιχεία, αλλά και τα χαμηλά επίπεδα των επενδύσεων που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την αύξηση της παραγωγικότητας.
Σε μια πιο θετική προοπτική, η πρόσφατη βελτίωση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων είναι ενθαρρυντική.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις - συγκεντρωμένες στον τομέα των ακινήτων συνδέονται επίσης με το λεγόμενο πρόγραμμα "golden visa", το οποίο είναι ένα πρόγραμμα που επιτρέπει στους ανθρώπους που αγοράζουν ένα ακίνητο για να αποκτήσουν υπηκοότητα.
Αν η ορμή συνεχιστεί θα παράσχει κάποια στήριξη στις επενδύσεις στο μέλλον.

Επικείμενες εκλογές

Παρά τις πρόσφατες αναφορές του Τύπου σχετικά με πιθανές εκλογές τον Μάιο, παράλληλα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις εκλογές της αυτοδιοίκησης, η κυβέρνηση έχει αποκλείσει μια τέτοια δυνατότητα.
Μετά την επιβίωσή της από την πρόσφατη ψήφο εμπιστοσύνης στο ελληνικό κοινοβούλιο, οι εκλογές φαίνεται πλέον πιο πιθανό να πραγματοποιηθούν στο τέλος της θητείας (Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο).
Αυτή θα είναι η πρώτη φορά από το 2004 που δεν θα υπάρχουν πρόωρες εκλογές στην Ελλάδα.
Οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να δίνουν σημαντικό προβάδισμα στο κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, τη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), ωστόσο, όπως επισημαίνεται από το κυβερνητικό στρατόπεδο, οι δημοσκοπήσεις έχουν υποτιμήσει συνεχώς τις επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ  και οι εκπλήξεις δεν πρέπει να αποκλειστούν.
Ορισμένα προεκλογικά δώρα από την κυβέρνηση θα μπορούσαν επίσης να βρίσκονται στο προσκήνιο, σε μια προσπάθεια να μειωθεί το δημοσκοπικό χάσμα, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια δημοσιονομική ολίσθηση.
Αλλά και η ΝΔ δεσμεύτηκε ότι θα υπάρξουν σημαντικές φορολογικές περικοπές (σε εισοδηματικούς, εταιρικούς και φορολογικούς συντελεστές) που θα αντισταθμίζονται από περικοπές παρόμοιου μεγέθους στις δαπάνες.
Αλλά μετά από τόσα χρόνια λιτότητας και περιορισμού των δαπανών, ο χώρος για περικοπές δαπανών περαιτέρω πιθανόν να είναι περιορισμένες, ιδίως χωρίς να επηρεάσουν περισσότερο τις επενδύσεις.
Ως εκ τούτου, ορισμένες διαφωνίες με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2020 ενδέχεται να υπάρξουν.
Μια θετική εξέλιξη στο εκλογικό μέτωπο ήταν ότι η Βουλή συμφώνησε πρόσφατα ότι οι προεδρικές εκλογές δεν θα απαιτούν πλέον τη μεγαλύτερη πλειοψηφία (180 βουλευτές).
Αυτό μειώνει τον κίνδυνο ότι πιθανή αποτυχία στην εκλογή του ΠτΔ θα μπορούσε να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, όπως συνέβη τον Ιανουάριο του 2015.


www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS