Έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την οικονομία: Με μισθούς πείνας 250-500 ευρώ το 30% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα

Έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την οικονομία: Με μισθούς πείνας 250-500 ευρώ το 30% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα
Υποχώρησε κατά 1,2% ο δείκτης φτώχειας το 2018
Μισθούς  πείνας  250- 500 ευρώ ελάμβαναν 822.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα το 2018, όπως καταδεικνύει έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, η οποία επισημαίνει ότι το υψηλό κόστος απώλειας εργασίας αποτυπώνει τις αδυναμίες της κοινωνικής πολιτικής και την περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ της εργασίας στην Ελλάδα.
Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού σε 650 ευρώ μικτά ή κατά 10,9% και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντισταθμίζουν περίπου το μισό της αρχικής μισθολογικής μείωσης των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.
Ταυτόχρονα οι πολιτικές λιτότητας και υπερπλεονασμάτων έχουν επιβαρύνει σημαντικά το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το οποίο την περίοδο 2009-2017 σημείωσε πτώση 33,7%, διαταράσσοντας τη μακροοικονομική και τη χρηματοπιστωτική συνοχή της οικονομίας.
Το 2018 ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας συνέχισε τη σταθερή θετική του πορεία.
Ωστόσο, παρατηρείται μια συνεχόμενη δυναμική απόκλισης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και τα κράτη-μέλη της νότιας περιφέρειάς της.
Η χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών είναι ιδιαίτερα εύθραυστη λόγω αρνητικών νέων αποταμιεύσεων και χαμηλού επιπέδου εισοδημάτων σε σχέση με τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Δεδομένης της εξάρτησης της δυναμικής της οικονομίας από την εγχώρια κατανάλωση, η χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών περιορίζει τις προσδοκίες αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας.
Το χρηματικό κόστος από την απώλεια μίας θέσης εργασίας για ένα έτος ανήλθε κατά το 2018 σε 8.126 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του μέσου καθαρού εισοδήματος από εργασία
Από το 2014 και μετά οι δείκτες φτώχειας και οικονομικής ανισότητας σημειώνουν βελτίωση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού εμφανίζει σταθερή υποχώρηση επί τρία συναπτά από 36% το 2014 σε 34,8% το 2017.
Αντιθέτως, η συμπίεση του μισθολογικού κόστους και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας ευνόησε την ανάπτυξη δραστηριοτήτων χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου.
Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά η επίδρασή τους στο ΑΕΠ ήταν σχεδόν μηδενική λόγω αντίστοιχης αύξησης των εισαγωγών.
Η διάρθρωση του παραγωγικού τομέα δεν επιτρέπει την επίτευξη διατηρήσιμου εμπορικού πλεονάσματος, λόγω της μεγάλης εξάρτησής του από τις εισαγωγές.
Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά η επίδρασή τους στο ΑΕΠ ήταν σχεδόν μηδενική λόγω αντίστοιχης αύξησης των εισαγωγών. Η διάρθρωση του παραγωγικού τομέα δεν επιτρέπει την επίτευξη διατηρήσιμου εμπορικού πλεονάσματος, λόγω της μεγάλης εξάρτησής του από τις εισαγωγές.
Οι πραγματικές ακαθάριστες επενδύσεις μειώθηκαν το β΄ εξάμηνο του 2018 κατά 3,41 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αποτυπώνει για ακόμη μια φορά την αποτυχία των ΠΟΠ να δημιουργήσουν αναπτυξιακές προϋποθέσεις.
Μεταξύ Ισπανίας, Ιταλίας, Πορτογαλίας αλλά και του μέσου όρου της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο μερίδιο μισθών επί της προστιθέμενης αξίας των μη-χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό κέρδους μετά φόρων και μακράν τη χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα.
Η επενδυτική συμπεριφορά του επιχειρηματικού τομέα της οικονομίας μπορεί να ερμηνευτεί, πέραν του δομικού προβλήματος της έλλειψης ποιοτικής επιχειρηματικότητας, από την εύθραυστη χρηματοοικονομική κατάσταση του τομέα και την απομόχλευσή του, συνέπειες των προ κρίσης επενδυτικών και χρηματοδοτικών επιλογών του.
Η αύξηση στις εξαγωγές μεταποιητικών αγαθών που σημειώνεται τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από ποιοτική υποβάθμισή τους, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να πέφτει σημαντικά στην παγκόσμια κατάταξη ως προς την οικονομική συνθετότητα του τεχνοπαραγωγικού της συστήματος. Οι παραπάνω μεταβολές, σε συνδυασμό με την ισχυρή αποεπένδυση, ερμηνεύουν σε έναν βαθμό και την αδυναμία ανάκαμψης της παραγωγικότητας.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ορισμένες θετικές εξελίξεις που δυνητικά θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση του παραγωγικού υποδείγματος, όπως η αύξηση του ποσοστού δαπανών σε Έρευνα και Ανάπτυξη ως προς το ΑΕΠ, καθώς και η αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (αν και αυτό οφείλεται περισσότερο στην ατομική πρωτοβουλία των εργαζομένων παρά στη μέριμνα των επιχειρήσεων).
Ζητούμενο είναι οι θετικές αυτές εξελίξεις όχι μόνο να ενταθούν, αλλά και να αποτελέσουν μέρος μιας ρεαλιστικής και σχεδιασμένης προσπάθειας παραγωγικής αναβάθμισης της οικονομίας μέσω στοχευμένων κλαδικών πολιτικών, με έμφαση στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS