Foreign Affairs: Μια ρωσο-κινεζική συνεργασία αποτελεί απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ

Foreign Affairs: Μια ρωσο-κινεζική συνεργασία αποτελεί απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ
Μπορεί η Ουάσιγκτον να ενεργήσει πριν είναι πολύ αργά;
Η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν τους δεσμούς τους σχεδόν σε κάθε διάσταση της σχέσης τους.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον είναι διχασμένη ως προς το τι προμηνύουν αυτές οι αναπτυσσόμενες σχέσεις.
Η συμβατική σοφία έχει από καιρό υποστηρίξει ότι η κινεζο-ρωσική σχέση θα παραμείνει απόμακρη και φιλύποπτη -ότι κάθε χώρα θα κρατά την άλλη σε κάποια απόσταση.
Παρατηρητές, όπως ο Leon Aron του American Enterprise Institute («Η Ρωσία και η Κίνα συνάπτουν όντως συμμαχία;», αναφέρουν μια σειρά εμποδίων -ιστορική δυσπιστία, οικονομικές και στρατιωτικές ασυμμετρίες και παρατεταμένες εντάσεις σε πολλά θέματα εξωτερικής πολιτικής- που κάνουν την κινεζο-ρωσική συνεργασία αφύσικη και απίθανη.
Εν ολίγοις, οι σημερινοί σκεπτικιστές υποστηρίζουν ότι οι ανησυχίες για την εμβάθυνση των κινεζο-ρωσικών σχέσεων είναι υπερβολικές και ότι οι δύο δυνάμεις είναι απίθανο να συνάψουν μια επίσημη συμμαχία.
Η συμβατική σοφία δεν ισχύει πλέον.
Ήδη, το βάθος των σχέσεων μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας ξεπέρασε αυτά που θα περίμεναν οι παρατηρητές μόλις πριν από λίγα χρόνια.
Επιπλέον, οι δύο χώρες ενεργώντας σε συνεννόηση θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στα συμφέροντα των ΗΠΑ, ακόμη και αν ποτέ δεν σχηματίσουν μια συμμαχία.
Στην πραγματικότητα, το αν η Ρωσία και η Κίνα γίνουν επίσημα σύμμαχοι δεν είναι όντως το σχετικό ερώτημα σήμερα. Αντίθετα, τα ερωτήματα που οι πολιτικοί θα πρέπει να θέσουν είναι το πόσο βαθιά θα αναπτυχθεί η συνεργασία τους, πώς θα επηρεάσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τι μπορεί να κάνει η Ουάσινγκτον για να διαμορφώσει την τροχιά της και να βελτιώσει τις αρνητικές επιπτώσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δημοκρατίες.

Δεσμοί που υποχρεώνουν

Η Ρωσία και η Κίνα έχουν από καιρό μοιραστεί ένα κοινό παράπονο: Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αμφότερες οι δυνάμεις ήταν ανήσυχες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την διεθνή τάξη στην οποία κυριαρχούν [οι ΗΠΑ], κάτι που αισθάνονται ότι τις βάζει σε μειονεκτική θέση. Ωστόσο, παρόλο που η Ρωσία και η Κίνα ίσως αρχικά είχαν συνασπιστεί στην δυσαρέσκεια, οι επαναλαμβανόμενες αλληλεπιδράσεις τους ενθαρρύνουν μια βαθύτερη και διαρκή συνεργασία.
Όπως το έθεσε ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Wang Yi, σε συνέντευξη Τύπου τον Μάρτιο, οι σχέσεις του Πεκίνου με τη Μόσχα είναι ολοένα και πιο «σταθερές και ώριμες».
Καθώς η Μόσχα και το Πεκίνο συνεργάζονται σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, από την Βόρειο Κορέα έως την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, θέτουν τα θεμέλια μιας βαθιάς και διαρκούς εταιρικής σχέσης.
Όπως τονίζει ο Αρόν, η συντροφικότητα μεταξύ του Βλαντιμίρ Πούτιν, του Ρώσου προέδρου, και του Xi Jinping, του προέδρου της Κίνας, έδωσε μεγάλη ώθηση στην συνεργασία. Οι δύο ηγέτες συναντιούνται με αξιοσημείωτη συχνότητα.
Ο Πούτιν παρακολούθησε πρόσφατα την δεύτερη σύνοδο κορυφής για την γιορτή της κινεζικής Πρωτοβουλίας Ζώνη και Οδός.
Ο Xi θα ανταποδώσει με μια επίσκεψη στη Μόσχα αργότερα φέτος. Αλλά ίσως πιο σημαντικό, τα δύο κράτη αλληλεπιδρούν σε όλα τα επίπεδα των κυβερνήσεών τους, δουλεύοντας στενά σε τομείς όπως οι επενδύσεις, οι μεταφορές, η διαστημική πλοήγηση, και η ανάπτυξη ευαίσθητων τεχνολογιών με πιθανές στρατιωτικές εφαρμογές.
Μια τέτοια ευρεία -και αναπτυσσόμενη- βάση συνεργασίας υποδηλώνει ότι οι δεσμοί μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου θα επιβιώσουν πέραν του Πούτιν όσο και του Σι.
Επιπλέον, τα καθεστώτα της Ρωσίας και της Κίνας μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους.
Οι δύο γραφειοκρατίες μιλάνε την ίδια αυταρχική γλώσσα.
Ο Πούτιν προεδρεύει σε ένα πάρα πολύ προσωποποιημένο εξουσιαστικό σύστημα, όπου η εξουσία είναι ιδιαιτέρως συγκεντρωμένη στα χέρια του.
Ο Xi έχει παρομοίως εδραιώσει την εξουσία του και διάλυσε το βάσει συναίνεσης σύστημα λήψης αποφάσεων που κυριάρχησε στο πολιτικό σύστημα της Κίνας μετά τον Μάο.
Αν και παραμένουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, ο Xi έχει προσωποποιήσει την ισχύ του, έτσι ώστε το πολιτικό σύστημα της Κίνας να προσεγγίζει τον σιδηρούν αυταρχισμό του Πούτιν.
Έρευνες υπονοούν ότι ο κοινός τύπος καθεστώτος ενισχύει την συνεργασία μεταξύ των κρατών.
Μπορεί να μην υπάρχει κοινή αυταρχική κοσμοθεωρία, αλλά και τα δύο καθεστώτα επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν τη μη-δημοκρατική τους διακυβέρνηση και να προωθήσουν ένα κοινό όραμα για τη μεταρρύθμιση της υπό την ηγεσία των ΗΠΑ παγκόσμιας τάξης.
Ο Αρόν σημειώνει ότι η Ρωσία και η Κίνα απέχουν πολύ από το να είναι ίσες στην οικονομική και στρατιωτική δύναμη.
Αλλά η σύγκλιση των αυταρχικών συστημάτων των δύο χωρών μπορεί να συμβάλει στην εξουδετέρωση αυτού του εμποδίου.
Ως ισχυροί άνδρες, ο Πούτιν και ο Σι δίνουν προτεραιότητα στην επιβίωσή τους στο αξίωμά τους πάνω από οτιδήποτε άλλο. Για τον Πούτιν, μια μακρινή και αβέβαιη απειλή από μια πιο ισχυρή Κίνα –στον ρωσικό έλεγχο επί της Άπω Ανατολής της, την κυριαρχία της στην Κεντρική Ασία ή τελικά στην επιρροή του Κρεμλίνου στην παγκόσμια σκηνή- είναι προτιμότερη από την άμεση και συγκεκριμένη απειλή που αντιλαμβάνεται από την Ουάσιγκτον ή την στασιμότητα της ίδιας της οικονομίας του.
Η Κίνα βοηθά τον Πούτιν και στα δύο θέματα. Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους τον Φεβρουάριο, ο Πούτιν υπογράμμισε ότι οι δεσμοί με την Κίνα θα προωθούσαν την ρωσική ασφάλεια και ευημερία, ιδίως καθώς εναρμονίζει το σχέδιό του για την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση με την τεράστια κινεζική Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός.
Αν και η συνεργασία αυτή δεν έχει ακόμη αποφέρει πολλά, η προθυμία του Πούτιν να συντονίσει την οικονομική του ένωση με την Belt and Road υποδηλώνει ότι δεν βλέπει την σχέση του με την Κίνα ως μηδενικού αθροίσματος -μια άποψη που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την στάση του απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Πούτιν έχει γίνει πιο δεκτικός για τον ρόλο του ως του δευτερεύοντα συνεργάτη στην σχέση του με την Κίνα.
Η Κίνα, από την πλευρά της, μπορεί πολύ καλά να επιδιώξει να απαλλαγεί από την Ρωσία στην συνέχεια.
Αλλά προς το παρόν η κινεζική ηγεσία εκτιμά την υποστήριξη του Πούτιν στην αντιμετώπιση της Ουάσιγκτον, στη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης, και στην αμφισβήτηση των αξιών που στηρίζουν την φιλελεύθερη τάξη.
Παρόλο που η Κίνα μπορεί να είναι πιο επιφυλακτική στο να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες από όσο είναι η Ρωσία, το Πεκίνο ωφελείται από την ικανότητα του Πούτιν να εκθέτει τις ρωγμές στις συμμαχίες της Ουάσιγκτον και να αποσπά την προσοχή των ΗΠΑ από την άνοδο της Κίνας.
Ούτε η πολιτισμική παραφωνία δημιουργεί απαραιτήτως εμπόδιο στις στενότερες σχέσεις μεταξύ δύο χωρών με αυταρχικούς ηγέτες που αποφασίζουν να απεικονίσουν τις κυβερνήσεις τους ως εταίρους για την αντιμετώπιση της Δυτικής υπονόμευσης. Εξάλλου, ο έλεγχος του Πούτιν και του Xi πάνω στα πολιτικά τους συστήματα, τους επιτρέπει να αναμορφώσουν τις στάσεις του κοινού, αν το αποφασίσουν.
Ήδη, τα στοιχεία των ερευνών του Pew Research Center από το 2018 δείχνουν ότι το 65% των Ρώσων έχει θετική άποψη για την Κίνα -σχεδόν το ίδιο με το ποσοστό των Ρώσων που έχουν αρνητικές απόψεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες (66%).

Το κόστος της αδράνειας

Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση για το ότι η Ρωσία και η Κίνα πλησιάζουν η μια την άλλη. Αυτό που είναι συζητήσιμο, ωστόσο, είναι το πόσο σημαντική είναι αυτή η εξέλιξη.
Δυστυχώς, τα αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως οι αλουστράριστες ματιές στις προθέσεις των ηγετικών κύκλων αυτών των καθεστώτων, που θα επέτρεπαν στους αναλυτές να εκτιμήσουν με βεβαιότητα την φύση της σχέσης, είναι δύσκολο να βρεθούν, δεδομένης της αδιαφανούς φύσης των εν λόγω καθεστώτων. Ακόμη και η κοινότητα [των μυστικών] πληροφοριών των ΗΠΑ δεν έχει συνεπή γνώση για τις προθέσεις της ηγεσίας αυτών των καθεστώτων που είναι δύσκολοι στόχοι.
Η αυξανόμενη εχθρότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας και, όλο και περισσότερο, και της Κίνας έχει οδηγήσει τις χώρες αυτές να ενισχύσουν την αντικατασκοπεία τους, πλήττοντας τις προσπάθειες των ΗΠΑ για συλλογή [πληροφοριών].
Επί του παρόντος, οι πολιτικοί των ΗΠΑ ρισκάρουν να μαλώνουν για την φύση της σχέσης Ρωσίας-Κίνας μέχρις ότου δεν θα μπορούν πλέον να αποτρέψουν τις πιο κακόβουλες επιπτώσεις της -ιδιαίτερα την πιθανότητα η Ρωσία και η Κίνα να συμφωνήσουν να υπονομεύσουν την αμερικανική και ευρωπαϊκή ασφάλεια και δημοκρατία.
Ενώ η Ουάσινγκτον υιοθετεί μια προσέγγιση του τύπου «περιμένουμε και βλέπουμε», η Μόσχα και το Πεκίνο θα μπορούσαν να συντονιστούν για να αναχαιτίσουν σημαντικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ κατά τα επόμενα 15 έως 25 χρόνια.
Οι δύο δυνάμεις ίσως να μην σφυρηλατήσουν ποτέ μια επίσημη στρατιωτική συμμαχία, αλλά θα μπορούσαν ωστόσο να συνεργαστούν με τρόπους που προκαλούν σημαντικούς πονοκεφάλους στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι η Ρωσία και η Κίνα συντονίζουν το χρονοδιάγραμμα των εχθρικών ενεργειών στις περιφέρειές τους.
Αν η Κίνα έκανε επιθετικές κινήσεις για να στηρίξει τις διεκδικήσεις της για κυριαρχία στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, παράλληλα με την Ρωσία που θα έκανε περαιτέρω εισβολές στην Ουκρανία, οι δυνάμεις των ΗΠΑ θα πάλευαν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην καθεμιά από τις κινήσεις αυτές.
Η μη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και μάλιστα να απειλήσει τον τρόπο ζωής τους.
Αμφότερες οι χώρες είναι πιθανό να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους στον κυβερνοχώρο και την παραπληροφόρηση, όπως το έθεσε ο διευθυντής των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών τον Ιανουάριο, για να «κλέψουν πληροφορίες, να επηρεάζουν τους πολίτες μας ή να διαταράσσουν κρίσιμες υποδομές».
Η Κίνα σήμερα δεν εκδηλώνει τον ζήλο της Ρωσίας για την χρήση τέτοιων μέτρων, ιδίως εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών˙ αλλά εάν οι αμερικανο-κινεζικές σχέσεις σκοτεινιάσουν, το Πεκίνο θα μπορούσε να πάρει μια σελίδα από το εγχειρίδιο της Ρωσίας και να σχεδιάσει συντονισμένες, αμφισβητούμενες κυβερνοεπιθέσεις ή εκστρατείες παρεμβολών εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Κίνα και η Ρωσία συμπεριφέρονται πολύ διαφορετικά στην επίτευξη των στόχων της εξωτερικής πολιτικής τους, αλλά το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι συχνά μεγαλύτερο από το άθροισμα των τμημάτων του.
Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, η Κίνα έχει συγκεντρώσει οικονομική επιρροή μέσω των αυξανόμενων εμπορικών σχέσεων και των επενδύσεων σε υποδομές σχετικές με την Belt και Road που δεν εξαρτώνται από τα πρότυπα δημοκρατικής διακυβέρνησης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, την Ελλάδα και την Ιταλία.
Αυτή η εμπλοκή θα μεταφραστεί τελικά σε πολιτική μόχλευση, όπως έχει ήδη υπάρξει σε πολλές χώρες στην Ασία.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, φαίνεται πρόθυμη να ακολουθήσει υβριδικές τακτικές που διαταράσσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Από μόνη της, κάθε μια από αυτές τις δραστηριότητες είναι ήδη ανησυχητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Αλλά ένα σενάριο στο οποίο οι πράξεις κάθε χώρας ενισχύουν [τις πράξεις] της άλλης δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς.
Η Κίνα, για παράδειγμα, θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει την αυξανόμενη ιδιοκτησία της σε ευρωπαϊκά λιμάνια και σιδηροδρομικές γραμμές για να επιβραδύνει μια αντίδραση του ΝΑΤΟ στην ρωσική επιθετικότητα.
Ομοίως, το Πεκίνο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την οικονομική μόχλευση που έχει συγκεντρώσει για να αποτρέψει ένα ήδη διστακτικό κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, όπως η Ουγγαρία ή η Τουρκία, να ανταποκριθεί στις υβριδικές τακτικές της Ρωσίας, οι οποίες θα μπορούσαν τελικά χρησιμεύσουν για να δυσφημήσουν την δέσμευση του ΝΑΤΟ στην συλλογική άμυνα.

Ο σωστός τρόπος αντίδρασης

Η Ουάσιγκτον πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας να γίνει ισχυρότερη.
Δεν υπάρχουν εύκολες διορθώσεις σε αυτήν την κατάσταση. Οι προσπάθειες για την διάσπαση της Μόσχας και του Πεκίνου είναι απίθανο να είναι αποτελεσματικές.
Από την πλευρά του Κρεμλίνου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας πολύ λιγότερο προβλέψιμος εταίρος από όσο η Κίνα, και οι αντιδυτικές απόψεις του Πούτιν είναι βαθιές.
Ο Σι, από την πλευρά του, θεωρεί την Ρωσία χρήσιμη για την υπονόμευση της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ και για την αντιμετώπιση των προσπαθειών των ΗΠΑ να περιορίσουν την κινεζική μόχλευση σε πολυμερείς θεσμούς.
Παρά ταύτα, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιδιώξει να τροφοδοτήσει εντάσεις μεταξύ των δύο και να πιέσει τους δεσμούς στην σχέση τους.
Κατά την επικοινωνία με το Πεκίνο, η Ουάσινγκτον πρέπει να υπογραμμίσει την τάση της Ρωσίας για να προκαλεί χάος σε δημοκρατίες που αντιτίθενται στα συμφέροντά της.
Αυτές οι εκστρατείες παρεμβολών θα αντιπαραβάλλονται όλο και περισσότερο με την προτίμηση της Κίνας για σταθερότητα στις πολλές χώρες όπου δραστηριοποιείται οικονομικά.
Ο εντοπισμός και η εκμετάλλευση πιθανών σημείων τριβής θα απαιτήσει από τους εγκεφάλους στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, στην πολιτική και στον στρατό να θεωρούν την Ρωσία και την Κίνα τόσο μαζί όσο και ως ξεχωριστές οντότητες. Μέχρι τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλλιέργησαν εξειδίκευση για την Ρωσία και εξειδίκευση για την Κίνα, αλλά κατέβαλαν περιορισμένες προσπάθειες για να μελετήσουν την σχέση των δυνατοτήτων και των συμφερόντων τους ή να δημιουργήσουν στρατηγικές για την αντιμετώπισή τους.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ θα πρέπει επίσης να φροντίσουν να μην φέρνουν μαζί την Ρωσία και την Κίνα και να εξετάζουν το πώς οι πολιτικές που σχεδιάστηκαν για να αντιμετωπίσουν μια χώρα θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν ακούσια τις προσπάθειες αντιμετώπισης της άλλης.
Ο Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), για παράδειγμα, σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την ρωσική επιθετικότητα με το να περιορίζει τα έσοδα του Κρεμλίνου από τις εξαγωγές όπλων.
Ωστόσο, αυτές οι κυρώσεις εμπόδισαν ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ινδίας, της Ινδονησίας και του Βιετνάμ, να αγοράσουν τα ρωσικά όπλα που χρειάζονται για να αποτρέψουν την Κίνα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να βρεθούν μόνες σε έναν κόσμο όπου η Ρωσία και η Κίνα συνεργάζονται για την επίτευξη κοινών στόχων και υπονομεύουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Σε αυτή την εποχή του ανταγωνισμού μεγάλης ισχύος, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ενισχύσουν τις δικές τους εταιρικές σχέσεις -εκείνες με συμμάχους που μοιράζονται τις αμερικανικές ανησυχίες για μια διεθνή τάξη που αναδιαμορφώνεται από αυταρχικούς. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Γαλλίας, έχουν γίνει πιο νηφάλιοι στην εκτίμησή τους για την απειλή που θέτει η Κίνα και συμμερίζονται την επιτακτική ανάγκη των ΗΠΑ να ανταγωνιστούν την Ρωσία και την Κίνα και να περιορίσουν την εμβέλεια της συνεργασίας τους.
Ακόμα κι αν οι αναλυτές δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την πιθανότητα μιας ρωσο-κινεζικής συνεννόησης, ο αντίκτυπος που θα είχε ένα τέτοιο σενάριο στα συμφέροντα των ΗΠΑ σημαίνει ότι οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής δεν έχουν την πολυτέλεια να διαγράψουν αυτή την πιθανότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει τώρα να εργαστούν, τόσο για να προλάβουν όσο και για να προετοιμαστούν για μια ενισχυμένη συνεργασία και συντονισμό μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας.


ANDREA KENDALL-TAYLOR και DAVID SHULLMAN
www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS