HSBC: Μειώνονται τα περιθώρια ανόδου των μετοχών των ελληνικών τραπεζών - Η πολυετής λιτότητα περιορίζει τις κινήσεις μιας κυβέρνησης ΝΔ

HSBC: Μειώνονται τα περιθώρια ανόδου των μετοχών των ελληνικών τραπεζών - Η πολυετής λιτότητα περιορίζει τις κινήσεις μιας κυβέρνησης ΝΔ
Το πιθανότερο σενάριο είναι η μεγάλη πτώση των αποδόσεων να έχει εξαντληθεί
Μπορεί οι πολιτικές που σχεδιάζει η Νέα Δημοκρατία, ως η επόμενη κυβέρνηση στην Ελλάδα, είναι φιλικές προς την ανάπτυξη, αλλά μετά από χρόνια λιτότητας τα περιθώρια κινήσεων της επόμενης κυβέρνησης είναι μικρά.
Αυτό αναφέρει στη σημερινή (25 Ιουνίου 2019), 15σέλιδη ανάλυσή της η HSBC, "Further to run? - Greek election preview" (περιθώρια ανόδου; - Προεπισκόπηση ελληνικών εκλογών), που σας παρουσιάζει το bankingnews.gr, και στην οποία επαναλαμβάνει την εκτίμηση ότι το ράλι ανόδου των ελληνικών τραπεζικών μετοχών έχει μικρά περιθώρια ακόμη.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει η HSBC, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται ότι θα κερδίσει στις 7 Ιουλίου, αλλά ακόμη δεν είναι βέβαιο εάν αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σημαντική (περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες) διαφορά και σταθερό προβάδισμα για το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, από το σημερινό κυβερνών κόμμα, το ΣΥΡΙΖΑ.

Η προοπτική της απόλυτης πλειοψηφίας είναι λιγότερο βέβαιη, αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι σημαντικό όσον αφορά τη σταθερότητα της κυβέρνησης.
Οι πολιτικές της ΝΔ μπορεί να θεωρηθούν από τις αγορές ως περισσότερο φιλικές προς τις επιχειρήσεις, γι' αυτό και μέχρι στιγμής οι αγορές έχουν αποδώσει πολύ καλά σε όλες τις κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και, σε κάποιο βαθμό, μια νίκη από την ΝΔ θα μπορούσε ήδη να έχει τιμολογηθεί.

Αλλά υπάρχουν και κάποιες πολιτικές - οι οποίες απαιτούν έγκριση από την ΕΕ - η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει την επενδυτική εμπστοσύνη.
Για παράδειγμα, η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μέρος των μεγάλων ταμειακών αποθεμάτων για να πληρώσει τα ακριβά δάνεια του ΔΝΤ.
Επίσης,το ανώτατο όριο διακράτησης κρατικών ομολόγων των ελληνικών τραπεζών θα μπορούσε να αρθεί, βοηθώντας τη ρευστότητα στη δευτερογενή αγορά, ενώ δρομολογημένη είναι και η άρση των περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων.
Σημαντική θα κριθεί και η πρόοδος αναφορικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), σύμφωνα με την HSBC.
Στο σκέλος των κινδύνων, η HSBC βλέπει αυτοί να σχετίζονται με την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική απόκλιση.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι βασικό διακύβευμα της προεκλογικής εκστρατείας της ΝΔ είναι οι χαμηλότεροι φόροι, που θα χρηματοδοτηθούν από τις περικοπές δαπανών.
Αλλά μετά από χρόνια λιτότητας, είναι αμφισβητήσιμο πόσα μπορεί να αφεθεί να κόψει.
Στο μεταξύ, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, με την HSBC να εκτιμά ότι η ανάπτυξη φέτος θα είναι 1,7%.
Μια παρατεταμένη επιβράδυνση θα μπορούσε να αποτελέσει ανησυχία για τη διατηρησιμότητα του χρέους, ενώ η προώθηση ορισμένων κρίσιμων μεταρρυθμίσεων μπορεί να φέρει την κυβέρνηση ΝΔ αντιμέτωπη με τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Επενδυτική στρατηγική

Το spread των 10ετών ελληνικών ομολόγων έχει μειωθεί από περίπου 400 μονάδες βάσης στις αρχές του έτους σε 260 μ.β. τώρα.
Το πιθανότερο είναι η μεγάλη πτώση των αποδόσεων να έχει εξαντληθεί, αλλά το σταθερό περιβάλλον βοηθά τη βάση των επενδυτών να αναπτυχθεί και η ΕΚΤ να στηρίξει τη ζήτηση.
Η ζήτηση αποδόσεων βέβαια ήταν εμφανής το Μάρτιο, όταν η Ελλάδα εξέδωσε ομόλογο.
Σε μετοχικό επίπεδο, οι θετικές εξελίξεις στους κρατικούς τίτλους και η αισιοδοξία για τη μείωση των NPEs, έχουν οδηγήσει το ράλι ανόδου στις τραπεζικές μετοχές.
Επίσης, όπως επισημαίνει η HSBC, οι ελληνικές τράπεζες δείχνουν σημαντικές αντοχές στο να παράγουν κέρδη και να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της ομαλοποίησης των ισολογισμών.
Ωστόσο, η βασική της υπόθεση δείχνει ότι η ανοδική τάση είναι τώρα περιορισμένη.

Τι να περιμένουν οι επενδυτές από την επόμενη κυβέρνηση

Η ΝΔ θέλει να μειώσει τους φόρους

Η ΝΔ υποσχέθηκε σημαντικές περικοπές φόρων, στοχεύοντας στη μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από 28% σε 20% σε διάστημα δύο ετών, τη μείωση του φόρου επί των μερισμάτων και του φόρου εισοδήματος για τα άτομα με χαμηλό εισόδημα.
Επίσης, θα προχωρήσει σε μείωση του ΦΠΑ και του φόρου ακίνητης περιουσίας, και θα αυξήσει τον συντελεστή απόσβεσης για τις επενδύσεις των επιχειρήσεων.
Το κόμμα έχει ισχυριστεί ότι θέλει να χρηματοδοτήσει τις φορολογικές περικοπές με περικοπές δαπανών, αλλά μέχρι στιγμής είναι απροσδιόριστες.
Αλλά μετά από τόσα χρόνια λιτότητας και περιορισμού των δαπανών, το περιθώριο περικοπής αυτών περαιτέρω είναι πιθανό να είναι περιορισμένο.

Η ΣΥΡΙΖΑ θέλει να ξοδέψει περισσότερα

Πριν από τις ευρωεκλογές του Μαΐου, ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε περαιτέρω επεκτατικά μέτρα αξίας 1,2 δισ. ευρώ (0,7% του ΑΕΠ) για το τρέχον έτος, συμπεριλαμβανομένης μιας πρόσθετης χορήγησης στους συνταξιούχους και χαμηλότερων συντελεστών ΦΠΑ για εστιατόρια, ηλεκτρική ενέργεια και ορισμένα προϊόντα διατροφής.
Το πιο σημαντικό, είναι ότι ο Τσίπρας δεσμεύτηκε να επαναδιαπραγματευτεί τους στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος που συμφωνήθηκαν με την ΕΕ, προκειμένου αυτός να μειωθεί στο 2,5% του ΑΕΠ μεταξύ του 2020 και του 2022.
Το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε αμέσως από όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Άλλες προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνουν περαιτέρω αυξήσεις του κατώτατου μισθού (κατά 7,5%) το 2020 και 2021, μετά την άνοδο κατά 11% φέτος, η οποία προκάλεσε κάποιες κριτικές τόσο από την Κομισιόν, όσο και από το ΔΝΤ, περισσότερες προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και ελεύθερη πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς για κάθε παιδί.

Κίνδυνος εφαρμογής

Υπό το φως όλων αυτών, σχεδόν ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση, η HSBC βλέπει κάποιο κίνδυνο φορολογικών αποκλίσεων και διαφωνίες με τις αρχές της ΕΕ σχετικά με την έναρξη των διαπραγματεύσεων του προϋπολογισμού για το 2020.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η ΝΔ ευνοεί φορολογικές περικοπές έναντι περισσότερων δαπανών, είναι πιθανό να θεωρηθούν από τους επενδυτές ως πιο φιλικές προς τις επιχειρήσεις.
Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ (2012- 2015), το κόμμα είχε μια πιο συνεργατική στάση απέναντι στις αρχές της ΕΕ, αλλά αντιμετώπισε επίσης περισσότερες αντιδράσεις στους δρόμους και η επιστροφή αυτών των πολιτικών θα μπορούσαν να δυσχεράνουν τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.

Ράλι στην αγορά... πόσο περισσότερο μπορεί να επεκταθεί;

Μέχρι στιγμής φέτος τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία έχουν αποδώσει ικανοποιητικά στην αγορά.
Το spread των 10ετών ελληνικών ομολόγων έχει μειωθεί από περίπου 400 μονάδες βάσης στις αρχές του έτους σε 260 μ.β. τώρα, κλείνοντας σχεδόν το χάσμα με τα ιταλικά ομόλογα στις 25 μονάδες βάσης.
Επίσης, τα κέρδη της χρηματιστηριακής αγοράς ξεπερνούν το 40% από την αρχή του έτους, με τις τράπεζες να έχουν σχεδόν διπλασιάσει την αξία τους (περίπου 120% από τα χαμηλά στα μέσα Ιανουαρίου).
Σαφώς, υπάρχει αρκετά μεγάλη αισιοδοξία η οποία όμως έχει ήδη αποτιμηθεί στις αγορές, αν και μπορούν να υπάρξουν κάποιες εξελίξεις, όχι απαραίτητα συνδεδεμένες με τις προεκλογικές υποσχέσεις της ΝΔ - οι οποίες θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψιν μετά τις εκλογές και ενδεχομένως να ενισχύσουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Το πιθανότερο όμως είναι η μεγάλη πτώση των αποδόσεων να έχει εξαντληθεί, ενώ και η βασική υπόθεση της HSBC δείχνει ότι η ανοδική τάση είναι τώρα περιορισμένη.

Υψηλά τα ταμειακά διαθέσιμα, αλλά τι κάνει η κυβέρνηση με αυτά;

Η κυβέρνηση κατέχει περίπου 45 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών) ταμειακών αποθεμάτων, περίπου 25% του ΑΕΠ.
Με αυτά τα αποθέματα η χώρα χρηματοδοτείται πλήρως τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 2023.

Ενώ αυτό βοήθησε την Ελλάδα να βγει στις αγορές πρόσφατα, αφού αποτελούν μια διαβεβαίωσε  τους επενδυτές ενάντια στον πιθανό κίνδυνο αθέτησης υποχρεώσεων, τουλάχιστον ορισμένα από τα αποθέματα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν καλύτερα.
Μία από τις επιλογές που τέθηκαν είναι η αγορά εκκρεμών δανείων από το ΔΝΤ (περίπου 9 δισ. Ευρώ), καθώς τα δάνεια του είναι πιο ακριβά.
Ως εκ τούτου, η Ελλάδα πρέπει να επιστρέψει πρόωρα 3 δισ. ευρώ, εξοικονομώντας περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως (0,1% του ΑΕΠ).
Ή να επιστρέψει ακόμη περισσότερα.
Για να γίνει αυτό, όμως, η Ελλάδα χρειάζεται την έγκριση του Eurogroup, που θα έπρεπε να εκδώσει για την Ελλάδα μια ειδική απαλλαγή από την υποχρέωση επιστροφής των εκκρεμών δανείων της ΕΕ.
Η έγκριση πάγωσε μετά από τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα μπορούσε να επανεξεταστεί μετά τις εκλογές.

Τα τραπεζιτικά δεινά παραμένουν

Το τραπεζικό σύστημα παραμένει ένας από τους κύριους λόγους ανησυχίας, λόγω του υψηλού επιπέδου μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL), καθώς μέχρι στιγμής έχει σημειωθεί περιορισμένη πρόοδος στην εξεύρεση συνολικής λύσης στο ζήτημα.
Πιθανές τομεακές λύσεις έχουν προταθεί από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και την Τράπεζα της Ελλάδος (BOG) και ενδέχεται να εφαρμοστούν σύντομα. Το
Η διαδικασία έχει ήδη όμως μεγάλες καθυστερήσεις, αλλά θα μπορούσε να ξεκλειδωθεί γρήγορα.
Παράλληλα, η ΕΚΤ έχει επιβάλει ανώτατα όρια στα ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στα κρατικά ομόλογα.
Αυτό περιόρισε την ικανότητα των τραπεζών να ενεργούν στη δευτερογενή αγορά, μειώνοντας έτσι τη ρευστότητα.
Η σημασία της άρσης του ανώτατου ορίου από την άποψη των επενδυτών είναι σημαντικά, και θα μπορούσε να συμφωνηθεί γρήγορα εάν υπάρχει η πολιτική βούληση.

Πιθανές αναβαθμίσεις των αξιολογήσεων

Η Ελλάδα αναβαθμίστηκε πέρυσι και από τους τρεις κύριους οργανισμούς αξιολόγησης, αλλά είναι ακόμα χαμηλότερα από την επενδυτική βαθμίδα.
Μεταξύ των παραγόντων που αναφέρθηκαν ως λόγοι για πιθανές μελλοντικές αναβαθμίσεις είναι τα διατηρούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, η δημοσιονομική ισορροπία και η συνέχιση των καλών σχέσεων με τους πιστωτές του δημόσιου τομέα.
Οι κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι η πολιτική αβεβαιότητα, η δημοσιονομική ολίσθηση και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας.
Μερικοί από αυτούς τους κινδύνους θα μπορούσαν να είναι λιγότερο έντονοι, προκαλώντας περαιτέρω δυνατότητες για αναβαθμίσεις, οι οποίες θα ήταν επίσης σημαντικές για τη διεύρυνση της βάσης των επενδυτών.
Εάν η Ελλάδα κερδίσει τον επενδυτικό της βαθμό, θα μπορούσε επίσης να έχει πρόσβαση σε πιθανό νέο πρόγραμμα QE της ΕΚΤ - το οποίο φαίνεται πιθανό μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Mario Draghi, έστω και αν όχι ως κεντρικό σενάριο.



Η ανάπτυξη και οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν καθοριστικές

Μετά από ένα ισχυρό 2018, η ανάπτυξη είναι απογοητευτικά χαμηλή, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση στο πρώτο τρίμηνο του 2019 μετά από μικρή συρρίκνωση στο δ' 3μηνο του 2018.
Η HSBC αναμένει μια μικρή βελτίωση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του έτους, αν και η πιο αδύναμη αύξηση του α' τριμήνου οδηγεί στην αναθεώρηση της πρόβλεψης για την αύξηση του ΑΕΠ στο 1,7% (από 2% προηγουμένως), αρκετά κάτω από τις επίσημες προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης (2,3%).
Οι νέες προβλέψεις για ανάπτυξη το 2020 παραμένουν αμετάβλητες (2%).
Ωστόσο, ο κίνδυνος εδώ είναι ότι, ενώ η επιβράδυνση είναι εμφανής σε ολόκληρη την ευρωζώνη, άλλες χώρες της περιφέρειας όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία είχαν καλύτερες επιδόσεις από την Ελλάδα, διατηρώντας σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Ο βασικός παράγοντας ανάπτυξης της Ισπανίας, για παράδειγμα, είναι η αγορά εργασίας (το ποσοστό ανεργίας είναι περίπου 14% στην Ισπανία).
Έτσι, η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα τους ερχόμενους μήνες είναι το κλειδί, όπως και η ικανότητα της Ελλάδας να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις.

Οι τράπεζες εξακολουθούν να χρειάζονται διορθώσεις

Η αγορά έχει υιοθετήσει πολύ πιο θετική στάση έναντι των ελληνικών τραπεζών, εκτιμώντας ότι θα βρουν έναν τρόπο να ξεφύγουν από τον λαβύρινθο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η HSBC θεωρεί όμως ότι η αγορά είναι υπερβολικά αισιόδοξη για το χρονοδιάγραμμα και το κόστος, αλλά αν οι τράπεζες υλοποιήσουν τα σχέδιά τους, αυτός ο κίνδυνος υποχωρεί.
Το βασικό όμως σενάριο της εξακολουθεί να θέλει υψηλότερες πιθανότητες για αρνητικές εκπλήξεις δεδομένης της σχετικά εύθραυστης φύσης της πρόσφατης ανάκαμψης της Ελλάδας.
Εάν η χώρα εδραιώσει την πορεία της προς την κανονικότητα, υπάρχει περαιτέρω περιθώριο για βελτίωση των προοπτικών.
Επίσης, η αναπτυξιακή επίδοση θα μπορούσε να συνεχίσει να ευνοεί τις τράπεζες, μεταφέροντας σε καλύτερες προοπτικές την αύξηση των δανείων και τα επίπεδα δραστηριότητας.
Εάν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, θα υπάρχαν μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου των τραπεζών από τα τρέχοντα επίπεδα.
Ωστόσο, η πολιτική θα μπορούσε να προκαλέσει εκ νέου αρνητικές εκπλήξεις σε περίπτωση που η επόμενη Βουλή δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες της αγοράς.
Συνολικά όμως, η HSBC παραμένει εποικοδομητική για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, πιστεύοντας ότι θα είναι σε θέση να επιτύχουν τη μείωση των NPE ενώ, υπό το πρίσμα των πρόσφατων επιχειρηματικών σχεδίων.
Ωστόσο, η βασική της υπόθεση δείχνει ότι η άνοδος των μετοχών είναι τώρα περιορισμένη, ενώ εμφανίζονται κίνδυνοι.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS