Ο στόχος για μείωση πλεονάσματος από 3,5% σε 2,5% δεν επιτεύχθηκε… και λόγω χρέους – Θα εξοφληθούν μόνο 3,7 δισ στο ΔΝΤ

Ο στόχος για μείωση πλεονάσματος από 3,5% σε 2,5% δεν επιτεύχθηκε… και λόγω χρέους – Θα εξοφληθούν μόνο 3,7 δισ στο ΔΝΤ
Χαμηλώνει ο πήχης των προσδοκιών… μόνο με μεταρρυθμίσεις οι αλλαγές
Δεν υπήρξαν εκπλήξεις τελικώς, οι θεσμοί όπως ο ESM, το ΔΝΤ, η ΕΕ έστειλαν ένα σαφές μήνυμα, οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα δεν μπορούν να μειωθούν.
Το 3,5% θα διατηρηθεί το 2019 και το 2020 ενώ υπάρχει μια πιθανότητα επαναξιολόγησης το 2021 εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, η Ελλάδα να βρίσκεται σε επενδυτική βαθμίδα και να έχουν προχωρήσει οι μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα να θεωρηθεί το χρέος βιώσιμο με εκθέσεις βιωσιμότητας.
Όμως για να θεωρηθεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο, δεν φθάνουν οι μεταρρυθμίσεις.
Με βάση καλά ενημερωμένες πηγές για να μπορέσει να αλλάξει ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος από 3,5% σε 2,5% θα πρέπει οι θεσμοί να πάρουν μέτρα για το ελληνικό χρέος μετά το 2032 ώστε να μπορεί στις εκθέσεις βιωσιμότητας DSA να καταστεί βιώσιμο.
Η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, υπάρχει πιθανότητα όμως να ασχοληθούν εκ νέου οι δανειστές με την Ελλάδα;
Χωρίς καμία αμφιβολία είναι υπερβολικά δύσκολο να αλλάξουν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα επειδή θα πρέπει να αλλάξουν και οι παραδοχές για το χρέος και το μη βιώσιμο να καταστεί βιώσιμο.
Άρα το 3,5% που σημαίνει περί τα 7 δισεκ κεφάλαια θα δεσμεύονται για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους.
Το μόνο που δέχονται οι θεσμοί είναι τον Οκτώβριο η Ελλάδα να αποπληρώσει τα 3,7 δισεκ. στο ΔΝΤ έναντι συνόλου 9,6 δισεκ.
Εν τω μεταξύ ακόμη και η μείωση των φορολογικών συντελεστών προσκρούει στους θεσμούς που ζητούν μέτρα και παρεμβάσεις.

Χαμηλώνει ο πήχης των προσδοκιών… μόνο με μεταρρυθμίσεις οι αλλαγές  

Παρά την καλλιεργηθείσα προσδοκία ότι μπορεί να αλλάξει το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% να μειωθεί στο 2,5%... δεν υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού.
Πολύ καλά ενημερωμένη πηγή αναφέρει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα έως το 2022 στο 3,5% του ΑΕΠ ή 6,5 δισεκ. ευρώ σε σημερινές τιμές δεν μπορεί να αλλάξει.
Ο βασικός λόγος είναι ότι συνδέεται με την διαχείριση του δημοσίου χρέους, δεν μπορεί στις εκθέσεις βιωσιμότητας DSA το ελληνικό χρέος μετά το 2032 να θεωρείται μη βιώσιμο και ξαφνικά να αλλάξουν οι παράμετροι εξυπηρέτησης του χρέους.
Χρειάζεται μια αλληλουχία κινήσεων για να μειωθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, όπως να χαρακτηριστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος και μετά το 2032 με έκθεση βιωσιμότητας, θα πρέπει να αναβαθμιστεί η Ελλάδα σε επενδυτική βαθμίδα και θα πρέπει να παρουσιάσει ισχυρό έργο στις ιδιωτικοποιήσεις.
Το 3,5% δεν θα αλλάξει το 2019 και ίσως εξεταστεί μετά το 2020 και εφόσον η Ελλάδα έχει αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα.
Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα θα συνεχίσει και το 2019 αλλά και το 2020 να δεσμεύεται από την ρήτρα του 3,5% για πρωτογενές πλεόνασμα και από το 2021 θα μπορούσε να επανεξεταστεί εφόσον η Ελλάδα είχε δείξει καλά δείγματα γραφής.
Να σημειωθεί ότι η πρώτη απόπειρα μείωσης του πρωτογενούς πλεονάσματος από 3,5% σε 2,5% πραγματοποιήθηκε τον Μάιο 2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όταν έφερε πρόταση για μείωση πλεονάσματος με δημιουργία ενός μηχανισμού εγγυήσεων 5,5 δισεκ. που θα λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας για τους δανειστές.
Η πρόταση είχε απορριφθεί όχι μόνο λόγω της έντασης τότε με την Ιταλία αλλά με βασικό επιχείρημα ότι αποτελεί βασική δέσμευση της Ελλάδος στην συμφωνία κατά την έξοδο της από τα μνημόνια.
Οι ευρωπαίοι δεν είναι θετικοί στις αλλαγές των στόχων της μεταμνημονιακής Ελλάδος, ούτε βεβαίως διάκειται θετικά σε αλλαγές που αφορούν τα 250 δισεκ. δάνεια προς την Ελλάδα και στο χρέος των 357 δισεκ. ευρώ.
Το ζήτημα της μείωσης του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι κεφαλαιώδες για την Ελλάδα για δύο λόγους
1)Χωρίς μείωση πρωτογενούς πλεονάσματος είναι πολύ πιο δύσκολος ο στόχος αύξησης του ΑΕΠ στο 4% που αποτελεί βασική οικονομική στρατηγική της ΝΔ και του Μητσοτάκη του έλληνα πρωθυπουργού.
2)Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι ο μόνος ισχυρός καταλύτης που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην χρηματιστηριακή αγορά και να την οδηγήσει π.χ. στις 950 με 1000 μονάδες.
Χωρίς αυτό τον ισχυρό καταλύτη και ούσα ακριβή η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά με P/E 18 με 19 και οι τράπεζες 35 τα ανοδικά περιθώρια στις μετοχές είναι ελάχιστα.
Μπορεί να υπάρχουν κάποιες αναλαμπές π.χ. η Ελλάδα βγήκε στις αγορές με έκδοση 7ετούς στο 1,90% αλλά όλα αυτά είναι προεξοφλημένες ειδήσεις.
Επίσης οι παρεμβάσεις για την μείωση των φορολογικών συντελεστών θα αφορούν την χρήση 2020 και θα καταγραφούν ως όφελος το 2021.
Επίσης η περίπτωση της ΔΕΗ που είναι πιο άμεση, υπάρχει κίνδυνος οι επιλογές να αποδειχθούν εις βάρος της εταιρίας.
Η πώληση π.χ. υδροηλεκτρικών μονάδων είναι λάθος επιλογή όταν μπορούν να αναζητηθούν και άλλες λύσεις.
Δεν μπορεί να πωληθούν υδροηλεκτρικές μονάδες για να ξεφορτωθεί η ΔΕΗ τις λιγνιτικές μονάδες που είναι στα αζήτητα.

Πως θα επιτευχθεί αύξηση του ΑΕΠ στο 4%

Το επόμενο ερώτημα λοιπόν είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι στοχεύει σε ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας 4% σε ετήσια βάση.
Είναι εφικτός ο στόχος αυτός;
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε την σημερινή οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα
1)Η οικονομική ανάπτυξη είναι αναιμική, όπως φάνηκε και στο α΄ τρίμηνο του 2019.
Υπάρχουν εκτιμήσεις που αναφέρουν ότι σε ετήσια βάση ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε 1,8% για το 2019.
2)Η ανεργία στο 18% παραμένει από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη.
3)Οι τράπεζες συνεχίζουν να ακολουθούν εσωστρεφείς πολιτικές καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση των 80 δισεκ. προβληματικών δανείων.
Ελλείψει κεφαλαίων οι τράπεζες δεν μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Eurobank, θα χρειαστεί έως το 2021 εξυγίανση.
4)Τα capital controls έχουν μεν περιοριστεί αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν για κάποιες τραπεζικές συναλλαγές.
Τα capital controls θα αρθούν πλήρως τον Σεπτέμβριο του 2019.
Αλλά και αυτό έχει προεξοφληθεί.
5)Ο φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα είναι ο υψηλότερος στην ευρωζώνη για τις επιχειρήσεις στο 29%.
Η πραγματική επιβάρυνση φθάνει το 55% όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι κάτω από 40%.
Να σημειωθεί ότι ο μέσος όρος στην Ευρώπη ως προς τον φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων είναι στο 22% έναντι 29% της Ελλάδος.
6)Η ενέργεια, η τιμολόγηση και το κόστος ενέργειας αποτελούν σημαντικά προβλήματα για την οικονομία.
7)Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Ελλάδος είναι πρωτοφανείς.
Δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να είναι υποχρεωμένη να επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% έως το 2022 και 2,2% και για 40 ακόμη χρόνια.
Ήταν μια άκρως επιβαρυντική για την Ελλάδα απόφαση των ευρωπαίων για να εξυπηρετείται το χρέος.
Ο παράγοντας αυτός από μόνος του μπορεί να διαλύσει τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος.
8)Η ιδιωτική κατανάλωση εμφανίζει σοβαρές ατέλειες, το κέρδος από τις εμπορικές δραστηριότητες είναι σε ιστορικά χαμηλά.
9)Λησμονείται ότι η Ελλάδα συνεχίζει να διαθέτει 357 δισεκ. μη βιώσιμο χρέος το οποίο είναι αδηφάγο και δαπανάει μεγάλο μέρος των εσόδων ακόμη και με τις «λογιστικές» παρεμβάσεις που έχουν υπάρξει για το χρέος.
10)Οι τράπεζες σχεδιάζουν μικρές στοχευμένες κινήσεις για ενίσχυση των κεφαλαίων τους ώστε να καλύψουν ανάγκες όχι για αναπτυξιακούς σκοπούς.
Η βασική αδυναμία των τραπεζών ονομάζεται αδυναμία στην εσωτερική παραγωγή κεφαλαίου ελλείψει προφανώς σοβαρής κερδοφορίας.
11)Η Ελλάδα παραμένει ακόμη εκτός επενδυτικής βαθμίδας και έτσι εξηγείται γιατί δανείζεται με επιτόκια 2,87% στα 10 χρόνια έναντι της Πορτογαλίας στα 0,66%.
Η Ελλάδα θα μπορούσε στο β΄ 6μηνο του 2020 να αναβαθμιστεί σε επενδυτική βαθμίδα υπό όρους.
Η Ελλάδα ωστόσο εμφανίζει βελτίωση στο CDS στο ασφάλιστρο έναντι ρίσκου χώρας στις 237 μονάδες με τον συντελεστή χρεοκοπίας να βρίσκεται στο 3,98% και να είναι ο χαμηλότερος που καταγράφεται μετά το PSI+ με το haircut στα ομόλογα.
Η περίπτωση της Πορτογαλίας ωστόσο μας δείχνει ότι ακόμη και με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές στο 21% δεν είναι εξασφαλισμένοι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.
Επίσης ακόμη και εάν το αρχικό σχέδιο Τσακαλώτου υπουργού οικονομικών επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να μειωθεί το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2,5% με ένα μηχανισμό παροχής εγγυήσεων....τελικώς εγκριθεί με Κυβέρνηση ΝΔ από την ΕΕ... το 2021…. πάλι η Ελλάδα θα υποχρεούται να διακρατεί 2,5% του ΑΕΠ ή 4,7 δισεκ. σε παρούσες τιμές.
Η Ελλάδα χρειάζεται πλήθος παρεμβάσεων σε όλα τα μέτωπα για να μπορέσει να ξεφύγει από τις παρελθούσες δεσμεύσεις.
Να σημειωθεί ότι ο Τσίπρας αποχώρησε και άφησε ένα απαράδεκτο βάρος 4 δισεκ. μηδενίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο και αποκλείοντας άλλες κινήσεις κοινωνικής πολιτικής στο μέλλον.
Μόνο η μείωση των φορολογικών συντελεστών δεν διασφαλίζεται αύξηση του ΑΕΠ στο 4% που αναφέρει ο Μητσοτάκης.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS