Foreign Affairs: Μπορεί η ΕΕ να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την Κύπρο;

Foreign Affairs: Μπορεί η ΕΕ να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την Κύπρο;
Οι δυνατότητες της Ευρώπης για κυρώσεις κατά της Τουρκίας
Στις 16 Ιουνίου 2019, η Τουρκία προειδοποίησε την ΕΕ να μην επέμβει στο θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου, διότι αυτό θα επηρέαζε αρνητικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, μέσω ενός non paper (Φιλελεύθερος, 2019).
Η αντίδραση της κυπριακής κυβέρνησης σε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση ήταν άμεση εντός του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ.
Οι αποφάσεις που έλαβε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 20 Ιουνίου ικανοποίησαν την ελληνοκυπριακή πλευρά, αφού η ΕΕ δήλωσε ότι θα επιβάλει κυρώσεις εάν η Τουρκία συνεχίσει τις παράνομες δραστηριότητες στην ΑΟΖ της Κύπρου.
Το ερώτημα είναι πόσο θα πρέπει η ελληνοκυπριακή πλευρά να στηρίζεται στις κυρώσεις της ΕΕ;
Για να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση, πρέπει να εστιάσει σε τρία βασικά σημεία του non paper που αποκαλύπτουν τις αδυναμίες της ΕΕ.
- «Είμαστε της άποψης ότι θα ήταν συνετό εάν η ΕΕ δεν λάβει υπόψη τις αλληλεπικαλυπτόμενες αξιώσεις σχετικά με την περιοχή της θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δεν ενεργήσει ως δικαστήριο κατά την λήψη αποφάσεων σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα». [“We are of the opinion that it would be wise if the EU refrains from taking sides in overlapping maritime jurisdiction area claims and acting as a court in deciding on maritime boundaries”].
Σε διπλωματικό επίπεδο, η ΕΕ υποστηρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία δηλώνοντας ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Τουρκία να επιδείξει αυτοσυγκράτηση (Euronews, 2019).
Εντούτοις, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η εσωτερική δομή ισορροπίας ισχύος, η οποία συνδέεται με την κύρια αδυναμία της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, η οποία είναι η εναρμόνιση 28 διαφορετικών εθνικών συμφερόντων.
Πιο συγκεκριμένα, μολονότι η Γερμανία συμμερίζεται την άποψη της ΕΕ, ταυτόχρονα, σε διμερές επίπεδο δηλώνει ότι δεν παρεμβαίνει σε διμερείς διαμάχες σχετικά με το δίκαιο της θάλασσας (ΑΠΕ-ΜΠΕ, 2019).
Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο, που εξακολουθεί να είναι μέλος της ΕΕ, ανέφερε ότι το σημείο στο οποίο επιχειρεί η Άγκυρα, δεν έχει οριοθετηθεί με διεθνή συμφωνία, άρα αφορά στην Ανατολική Μεσόγειο και όχι στην Κυπριακή ΑΟΖ (Φιλελεύθερος, 2019).
Άρα ενώ σε επίπεδο Ε.Ε. καταδικάζονται οι τουρκικές προκλήσεις, σε διμερές επίπεδο υπάρχουν μικρές διαφοροποιήσεις.
- «[...] είμαστε επίσης αποφασισμένοι να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων υπεράκτιων πόρων στην περιοχή». [“[…] we are also determined to protect Turkish Cypriots’ rights on the offshore resources in the region”].
Η ΕΕ, εκτός από τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΕΠΑΑ), έχει αδύναμη επιχειρησιακή ικανότητα στην άμυνα και ασφάλεια, δεδομένου ότι καθορίζεται τόσο από τις σχέσεις ισχύος εντός της ΕΕ όσο και από το ίδιο το διεθνές σύστημα.
Πιο συγκεκριμένα, τα περισσότερα από τα κράτη-μέλη της ΕΕ ανήκουν στο ΝΑΤΟ, το οποίο διαμόρφωσε την έννοια και τα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας.
Όμως, η ΕΠΑΑ έχει δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με το ΝΑΤΟ.
Για παράδειγμα, η αδυναμία της ΕΕ στην διατήρηση της ειρήνης στα Βαλκάνια οδήγησε στο βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ το 1999, η Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ έχει κυρίως γνωμοδοτικό χαρακτήρα ενώ η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας περιορίζεται στον στρατηγικό σχεδιασμό των προτεραιοτήτων της ΕΕ.
Ωστόσο, στην περίπτωση των τουρκικών προκλήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, το θέμα περιπλέκεται περισσότερο, καθώς η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ εκτός της ΕΕ και η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ εκτός του NATO, λόγω βέτο της Τουρκίας.
Σε περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης στην περιοχή, η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει το δίλημμα της υποστήριξης του κράτους-μέλους της στην ΕΕ, δηλαδή της Κύπρου ή ενός συμμάχου στο ΝΑΤΟ, δηλαδή της Τουρκίας.
Ως εκ τούτου, σε στρατιωτικό επίπεδο, η ΕΕ πιθανότατα θα παραμείνει ουδέτερη, ωστόσο, τα κράτη-μέλη ενδεχομένως να ενεργήσουν μεμονωμένα, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
-«[…] οι θέσεις της ΕΕ αντικατοπτρίζουν αποκλειστικά την θέση των Ελληνοκυπρίων» [“the EU’s positions exclusively reflect the position of the Greek Cypriots”].
Η ΕΕ, ως ενιαία οντότητα, εξετάζει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στην Τουρκία σε ένδειξη διαμαρτυρίας στις τουρκικές παραβιάσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.
Τέτοια μέτρα περιλαμβάνουν τη μείωση της ροής κεφαλαίων και ενισχύσεων, περιορισμό του δανεισμού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Τουρκία, δηλαδή περικοπή κατά 146 εκατομμύρια ευρώ για την επόμενη χρονιά, αναστολή των υπουργικών και ηγετικών συναντήσεων σχετικά με την συμφωνία αεροπορικών μεταφορών καθώς και «πάγωμα» των διαπραγματεύσεων σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Είναι αυτά τα μέτρα αρκετά για να αποτρέψουν την Τουρκία από την κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή;
Το 2016, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων συμφώνησε με την Τουρκία δάνειο ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ για υποδομές και υποστήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ το 2015 ο δανεισμός αυξήθηκε κατά 12% φτάνοντας τα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα ποσά αυτά σε σύγκριση με τις κυρώσεις δεν φαίνεται να έχουν σοβαρό αντίκτυπο, ώστε να αναθεωρήσει η Τουρκία τις ενέργειές της.
Από την άλλη, όσον αφορά στις εμπορικές σχέσεις, «η Τουρκία είναι ο 5ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές», ενώ «η ΕΕ είναι μακράν ο μεγαλύτερος εταίρος εισαγωγών και εξαγωγών της Τουρκίας, καθώς και πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ).
Το 2018 η αξία των εξαγωγών της ΕΕ προς την Τουρκία ανήλθε σε 77,3 δισ. ευρώ, οι εισαγωγές από την Τουρκία έφθασαν τα 76,1 δισ. ευρώ και το συνολικό εμπόριο αγαθών ανήλθε σε 153,4 δισ. ευρώ, ενώ υπάρχει και η τελωνειακή ένωση μεταξύ της Τουρκίας και της ΕΕ.
Ωστόσο, οι επερχόμενες οικονομικές κυρώσεις, αν τεθούν σε ισχύ, δεν αφορούν αυτούς τους τομείς, που είναι καίριας σημασίας και εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερη δυναμική στην τουρκική οικονομία.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι τουρκικές απώλειες σε οικονομικό επίπεδο δεν θα είναι αρκετά μεγάλες ώστε να σταματήσουν τις τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή και ταυτόχρονα η ΕΕ φαίνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε μια κρίση με στρατιωτικά μέσα, εφόσον συμβεί κάτι τέτοιο.
Έτσι, η ΕΕ πρέπει να επανεξετάσει τον αντίκτυπο των οικονομικών κυρώσεων στην Τουρκία και να προωθήσει περαιτέρω την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Εάν η παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την οικονομική στήριξη ενός κράτους-μέλους της ΟΝΕ ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας των μηχανισμών της ΕΕ για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τότε η αδυναμία της ΕΕ να στηρίξει ένα κράτος-μέλος σε πιθανή στρατιωτική σύγκρουση θα θεωρηθεί αποτυχία της ίδιας της ΕΕ, ως οντότητας.

Βικτώρια Πιστικου (Επισκέπτρια λέκτορας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης)
www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS