Ανοίγει ο δρόμος για αυξήσεις 20% στις συντάξεις χηρείας - Επανεξετάζονται όλες οι απορριφθείσες αιτήσεις

Ανοίγει ο δρόμος για αυξήσεις 20% στις συντάξεις χηρείας - Επανεξετάζονται όλες οι απορριφθείσες αιτήσεις
Η σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου καταβάλλεται πλέον σε αυτούς τους δικαιούχους ανεξάρτητα από την ηλικία τους
Ανοίγει ο δρόμος για την αύξηση κατά 20% των συντάξεων χηρείας, καθώς και την πληρωμή αναδρομικών από το 2016 σε 80.000 δικαιούχους του ΕΦΚΑ, μετά την έκδοση της σχετικής εγκυκλίου που  καταργεί δυσμενείς διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου.
Με την εγκύκλιο καταργούνται τα ηλικιακά κριτήρια που ίσχυαν για να χορηγηθεί μια σύνταξη αυτής της κατηγορίας, ενώ η σύνταξη χηρείας θα μπορεί να παρέχεται και στα τέκνα του θανόντος μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, χωρίς να χρειάζεται να φοιτούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή σε ΙΕΚ, μετά το 18ο έτος, όπως όριζε αρχικά ο νόμος.
Το ποσοστό της σύνταξης στον επιζώντα σύζυγο ανέρχεται στο 70% επί της σύνταξης που δικαιούτο ή είχε χορηγηθεί στο σύζυγο που απεβίωσε, ενώ διατηρείται η διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου σύμφωνα με την οποία το κάθε παιδί λαμβάνει το 25% του θανόντος γονέα του. Το ποσοστό αυτό διπλασιάζεται για κάθε παιδί που είναι ορφανό και από τους δύο γονείς.
Οι δικαιούχοι μπορούν από την επομένη του θανάτου του συζύγου και για μια τριετία, να λαμβάνουν ολόκληρη τη σύνταξη που έχει προκύψει. Μετά τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού διαστήματος, αν οι δικαιούχοι εργάζονται, ή αυτοαπασχολούνται, ή λαμβάνουν σύνταξη από οποιαδήποτε άλλη πηγή, τότε η σύνταξη χηρείας χορηγείται στο 50%.  
Στην εγκύκλιο ορίζεται ότι οι αλλαγές που θεσπίστηκαν στον τελευταίο νόμο εφαρμόζονται για περιπτώσεις θανάτων μετά την 17η Μαΐου 2019, ενώ έχουν αναδρομική ισχύ, αφού αφορούν θανάτους ασφαλισμένων και συνταξιούχων από 13 Μαΐου 2016 και μετά, δηλαδή από την έναρξη ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου.
Επισημαίνεται ότι για όσες περιπτώσεις είχαν απορριφθεί συντάξεις χηρείας, αυτές θα πρέπει να επανεξεταστούν είτε απευθείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες, είτε μετά από σχετική αίτηση των δικαιούχων.
Όμως τα οικονομικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από αυτές τις πολύ ειδικές περιπτώσεις θα έχουν αφετηρία την 17η Μαΐου 2019 και άρα δεν θα έχουν αναδρομική ισχύ.
Η σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου (ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που απαιτείται για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας) καταβάλλεται πλέον σε αυτούς τους δικαιούχους ανεξάρτητα από την ηλικία τους, μέχρι το τέλος του μήνα κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις λήξης του δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου των προσώπων αυτών, ήτοι: i. με το θάνατο του δικαιούχου, ii. με τη σύναψη γάμου του ή συμφώνου συμβίωσης.
Η σύνταξη λόγω θανάτου χορηγείται σε τέκνα θανόντος ασφαλισμένου (ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που απαιτείται για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας) ή συνταξιούχου (νόμιμα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά), υπό τους όρους να είναι άγαμα και να μην έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας τους.
Επισημαίνεται ότι, προς τα άγαμα τέκνα κρίνεται ότι εξομοιώνονται και τα διαζευγμένα, και επομένως αποτελούν δικαιοδόχα πρόσωπα, με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν τελέσει άλλο γάμο.
Καταργείται η προϋπόθεση φοίτησης των τέκνων ασφαλισμένου ή συνταξιούχου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Στην περίπτωση αυτή η λήξη του δικαιώματος επέρχεται στο τέλος του μήνα:  θανάτου του δικαιούχου, κατά τον οποίο ο δικαιούχος συνάπτει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται στα τέκνα και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας μόνο στην περίπτωση που κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους.
Στην περίπτωση αυτή η λήξη του δικαιώματος επέρχεται για τους ίδιους ως άνω λόγους καθώς και στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο, σύμφωνα με την εκτίμηση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, δεν υφίσταται πλέον ανικανότητα για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας.
Η διάταξη αυτή καθορίζει πλέον τα τρία έτη ελάχιστης διάρκειας γάμου/συμφώνου συμβίωσης από τη σύναψή τους μέχρι την ημερομηνία θανάτου, ως προϋπόθεση για την αναγνώριση δικαιώματος συνταξιοδότησης σε επιζώντα σύζυγο ή στο έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης. Η απαίτηση για τη συμπλήρωση 5 ετών καταργείται.
Η εν λόγω προϋπόθεση εξακολουθεί να μην ελέγχεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: i. Ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας (κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους ασφαλισμένους στους τ. φορείς κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α., πρόκειται για τις περιπτώσεις ατυχήματος που χαρακτηρίζεται εργατικό) ή σε ανθρωποκτονία. ii. Κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο.
Σύμφωνα με το όλο πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 1463 του Α.Κ. και επ., πλήρης εξομοίωση του γεννημένου χωρίς γάμο τέκνου με τέκνο γεννημένο σε γάμο επιτυγχάνεται όταν παράλληλα με την αναγνώριση (εκούσια ή δικαστική) συναφθεί και γάμος των γονέων.
Η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διεκόπη και γεννήθηκε ζων τέκνο.
Συντρέχει η περίπτωση ανασύστασης προϋπάρξαντος γάμου.
Ο αρχικός και ο εξ ανασυστάσεως γάμος, κατά τη διάρκεια του οποίου απεβίωσε ο σύζυγος, πρέπει να έχουν διαρκέσει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη, ο δε εξ ανασυστάσεως πρέπει να είχε διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών. Εξυπακούεται ότι, και σε αυτή την περίπτωση, η συνολική διάρκεια του αρχικού και εξ ανασυστάσεως γάμου θα πρέπει να είναι τρία έτη.
Για τον επιζώντα σύζυγο/έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης το ποσοστό της σύνταξης που δικαιούται καθορίζεται πλέον στο 70% επί του ποσού της σύνταξης το οποίο δικαιούτο ή είχε χορηγηθεί σε σύζυγο που απεβίωσε. Τα ποσοστά μεταξύ διαζευγμένων και επιζώντων συζύγων επιμερίζονται αναλόγως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. β της υποπαρ. Α της παρ. 4 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016.
Επίσης, διατηρείται η ισχύς της διάταξης της περ. γ της υποπαρ. Α της παρ. 4 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016, δηλαδή το ποσοστό κάθε παιδιού στο 25% της σύνταξης, καθώς και ο διπλασιασμός του για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, εκτός αν το ορφανό παιδί δικαιούται σύνταξη και από τους δύο γονείς.
Από το συνδυασμό της διάταξης που καθορίζει το ποσοστό του επιζώντος συζύγου/ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης στο 70% και των διατάξεων της υποπαραγράφου Β της παρ. 4 (το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος και το ποσοστό των τέκνων περιορίζεται ισόποσα σε περίπτωση που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος), συνάγεται ότι τα ποσοστά των τέκνων δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 30% της σύνταξης που δικαιούτο ή που είχε χορηγηθεί σε σύζυγο που απεβίωσε.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:

Δικαιοδόχα μέλη: 1 επιζών σύζυγος, 2 τέκνα από δεύτερο γάμο και 1 αμφοτεροπλεύρως ορφανό τέκνο. Ποσοστό επιζώντος συζύγου: 70% Ποσοστό τέκνων: α) αμφοτεροπλεύρως ορφανό τέκνο: 15% (30Χ2/4=15) β) έκαστο ορφανό τέκνο από το δεύτερο γάμο: 7,5% (30Χ1/4=7,5)
Επισημαίνεται ότι όταν χορηγείται το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου σε τουλάχιστον ένα (1) από τα δικαιοδόχα πρόσωπα, το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος και δεν περιορίζεται ισόποσα το ποσοστό των τέκνων.
Οι διατάξεις της υποπερίπτωσης α' της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4499/2017 περί κατώτατου ποσού σύνταξης εξακολουθούν να ισχύουν.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κοινοποιούμενο έγγραφο, ο ανωτέρω επανακαθορισμός του ποσοστού του επιζώντα συζύγου/ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης, παρότι μεταβάλει το ύψος της παροχής δεν καθιστά απαραίτητη την έκδοση νέας διοικητικής πράξης, εν προκειμένω τροποποιητικής συνταξιοδοτικής απόφασης, για τα πρόσωπα που κατέστησαν συνταξιούχοι λόγω θανάτου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 έως και την 16.05.2019, δηλαδή την προηγούμενη της έναρξης ισχύος του ν.4611/2019.
Και τούτο γιατί ο νέος υπολογισμός και τα ποσά που θα προκύπτουν από αυτόν θα αποτυπώνονται στο εκκαθαριστικό σημείωμα συντάξεων που θα εκδίδεται για το δικαιούχο σύνταξης λόγω θανάτου. α) Όπως είναι γνωστό, ο επιζών σύζυγος/έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης/διαζευγμένος δικαιούται από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα και για μία τριετία ολόκληρη τη σύνταξη που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις κατά περίπτωση οικείες διατάξεις (περ. α της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016). Μετά τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού διαστήματος, αν οι ανωτέρω δικαιούχοι εργάζονται ή αυτοαπασχολούνται ή λαμβάνουν σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, χορηγείται το 50% της σύνταξής τους λόγω θανάτου.
Η παρ. 5 του άρθρου 19 του Ν. 4611/2019 καθορίζει: i. Κριτήριο για την εφαρμογή της κατά τα ανωτέρω μείωσης τη χρονική διάρκεια της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης. Σε κάθε περίπτωση, ως ημέρες απασχόλησης εκλαμβάνονται αυτές που αντιστοιχούν στην ασφάλιση της οικείας εργασίας ή δραστηριότητας.
Έτσι, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που δικαιούται ο επιζών σύζυγος/έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης/διαζευγμένος θα πρέπει να μειώνεται κατά 50% μόνο για τις συγκεκριμένες ημέρες που εργάζεται/αυτοαπασχολείται. Υπολογίζοντας δε τις ημέρες ασφάλισης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις οικείες καταστατικές, γενικές ή ειδικές διατάξεις, μέχρι 25 ημέρες κάθε μήνα, προκειμένου να εξευρεθεί το ποσό της σύνταξης που αναλογεί σε κάθε ημέρα ανάληψης ασφαλιστέας εργασίας ή δραστηριότητας, αυτό θα επιμερίζεται στις 25 ημέρες.
Το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε ημέρα εργασίας των εν λόγω συνταξιούχων λόγω θανάτου θα μειώνεται κατά 50%.
Στην περίπτωση άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος (υπαγωγή στην ασφάλιση βάσει των σχετικών διατάξεων του πρώην ΟΑΕΕ) ή αυτοαπασχόλησης (υπαγωγή στην ασφάλιση βάσει των σχετικών διατάξεων του πρώην ΕΤΑΑ), όπου η ασφάλιση γίνεται με βάση τον μήνα, η σύνταξη λόγω θανάτου που δικαιούται ο επιζών σύζυγος/έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης/διαζευγμένος θα μειώνεται κατά 50% για το σύνολο του μήνα που ασκείται επαγγελματική δραστηριότητα.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com
www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS