Foreign Affairs: Η Lagarde διαθέτει όλα τα «όπλα» για να διοικήσει με πυγμή την ΕΚΤ;

Foreign Affairs: Η Lagarde διαθέτει όλα τα «όπλα» για να διοικήσει με πυγμή την ΕΚΤ;
Η Lagarde έχει αναλάβει μία… βαριά κληρονομιά: Να κατορθώσει να ενώσει εκ νέου τη διοίκηση της ΕΚΤ
Στις μεγάλες δυσκολίες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η Christine Lagarde μετά την ανάληψη της προεδρίας της ΕΚΤ, αλλά και στο γεγονός ότι η μέχρι σήμερα «ιστορία» της δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει, αναφέρεται σε άρθρο του το Foreign Affairs.
Σύμφωνα με αυτό ο Mario Draghi έγινε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) όταν η οικονομική κρίση είχε φθάσει στο ζενίθ της.
Εκείνη την εποχή υποσχέθηκε να κάνει "ό,τι χρειαστεί" για να διασφαλίσει το ευρώ από την κατάρρευση.
 Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Draghi ολοκλήρωσε τη θητεία του, λαμβάνοντας μέτρα τα περισσότερα εκ των οποίων μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιτυχημένα.
Αυτός σταθεροποίησε τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και επέκτεινε το «πακέτο» εργαλείων της νομισματικής πολιτικής της τράπεζας.
Ακόμη και οι επικριτές του Draghi παραδέχονται ότι κατάφερε καλύτερα από ό, τι φανταζόταν ο καθένας.
Ωστόσο, στο τέλος της θητείας του, ο Draghi έκανε την πιο αμφιλεγόμενη κίνηση του μέχρι σήμερα.
Τον Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα χαλαρώσει τα υφιστάμενα μέσα πολιτικής της και θα εισφέρει 20 δισεκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα στην ευρωζώνη με τη μορφή νέων αγορών περιουσιακών στοιχείων.
Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών, όπως ισχυρίζεται ο Draghi, θα συνεχιστεί για όσο διάστημα είναι απαραίτητο για την κάλυψη των όποιων προβλημάτων εμφανίζονται στις οικονομίες  της ευρωζώνης.
Ισχυρίστηκε ότι θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην αγορά και θα εξασφαλίσει ότι οι τράπεζες θα παρέχουν πίστωση για επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα.
Όσοι του ασκούν κριτικοί απάντησαν ότι με αυτά τα νέα μέτρα, θα πληγεί η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να δανείζονται (και μάλιστα φθηνά) παρά τα υψηλά χρέη που έχουν κάποιες εξ αυτών, ενώ το ίδιο θα πράξουν και αρκετές υπέρ-χρεωμένες επιχειρήσεις.
Η κίνηση του Draghi ήταν στρατηγικά χρονομετρημένη.
Ως επικεφαλής της ΕΚΤ, είχε τον έλεγχο των επιτοκίων, την εκτύπωση χρημάτων και την καθιέρωση κατευθυντήριων γραμμών για τις τράπεζες, αλλά όχι τη φορολογική πολιτική, όπως η επιβολή φόρων και δασμών.
Μπορεί να είχε σκεφτεί ότι, χαλαρώνοντας τη νομισματική πολιτική στο τέλος της θητείας του, δημιουργούσε χρόνο και χώρο για την διάδοχό του, την πρώην επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Christine Lagarde, ούτως ώστε να συνεργαστεί με τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, με στόχο και αυτοί να αλλάξουν δημοσιονομική και φορολογική πολιτική.
Αν αυτός ήταν ο στόχος του Draghi, μάλλον έκανε λάθος υπολογισμό.
Η ανάγκη για μία πιο ορθή δημοσιονομική πολιτική –με μειώσεις φόρων και ενίσχυση των δημόσιων δαπανών- έχει χαθεί, καθώς όλοι ασχολούνται με τη νομισματική πολιτική.
Αντί να ρωτάμε αν οι εθνικές κυβερνήσεις κάνουν αρκετά για να τονώσουν την ευρωπαϊκή οικονομία, πολλοί κορυφαίοι πολιτικοί αναρωτιούνται γιατί η ΕΚΤ κάνει τόσα πολλά.
Και το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας, από την πλευρά του, παραμένει βαθιά διχασμένο σε σχέση με αυτό που μπορεί και πρέπει να κάνει η ΕΚΤ.
Τώρα η Lagarde θα πρέπει να αντιμετωπίσει την εσωτερικά διαιρεμένη τράπεζα και τους ενδεχομένως «ανυπόφορους» υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης.
Διαθέτει διαφορετικές δεξιότητες απ’ ότι ο προκάτοχός της.
Είναι δικηγόρος και όχι οικονομολόγος.
Ενώ έχει εντυπωσιακή εμπειρία τόσο ως υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας όσο και ως επικεφαλής του ΔΝΤ, η Lagarde είναι περισσότερο γνωστή για την ενασχόλησή της με την δημοσιονομική και όχι τη νομισματική πολιτική.
Αυτή η τεχνογνωσία θα την βοηθήσει στις διαπραγματεύσεις με τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης.
Ταυτόχρονα όμως, η σχετική νέα της κατάσταση στον κόσμο των κεντρικών τραπεζών μπορεί να την εκθέσει σε σκεπτικισμό και μάλιστα από το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.
Δεν υπάρχει όργανο πραγματικά συγκρίσιμο με την ΕΚΤ.
Σε αντίθεση με μια τυπική κεντρική τράπεζα, όπως η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία έχει άμεσες σχέσεις με ιδιωτικές τράπεζες, η ΕΚΤ εργάζεται μέσω των κεντρικών τραπεζών εκείνων των χωρών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως κοινό νόμισμα.
Οι επικεφαλής αυτών των κεντρικών τραπεζών συγκροτούν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και μαζί λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό των επιτοκίων, τη διαχείριση του πληθωρισμού και την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ο πρόεδρος της ΕΚΤ είναι υπεύθυνος για την καθοδήγηση αυτών των διαβουλεύσεων.
Ο πρόεδρος είναι επίσης υπεύθυνος για να «μεταφέρει» στους πολίτες ποιο είναι το έργο του Διοικητικού Συμβουλίου και φυσικά το πράττει απαντώντας στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
Η ΕΚΤ είναι το μοναδικό θεσμικό όργανο της ΕΕ που λαμβάνει αποφάσεις για την πολιτική που εφαρμόζεται στο σύνολο της Ευρωζώνης.
Και αυτό μπορεί να είναι ένα περίπλοκο έργο.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαμορφώνουν ακόμα τη δική τους εσωτερική δημοσιονομική πολιτική.
Αντί να συνεργάζεται με έναν μόνο υπουργό Οικονομικών, όπως κάνουν οι περισσότεροι κυβερνήτες των κεντρικών τραπεζών, η ΕΚΤ πρέπει να συνεργαστεί με 19 -έναΝ για κάθε χώρα εντός της ευρωζώνης- προκειμένου να διασφαλίσει ότι η δημοσιονομική πολιτική κάθε χώρας είναι σύμφωνη με τη νομισματική πολιτική της τράπεζας.
Δεν υπάρχει όργανο πραγματικά συγκρίσιμο με την ΕΚΤ.
Επιπλέον, η ΕΚΤ πρέπει να διασφαλίσει ότι η νομισματική πολιτική που θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο στη Φρανκφούρτη μεταδίδεται μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών στην οικονομία κάθε συμμετέχουσας χώρας.
Μια εταιρεία θα πρέπει να είναι σε θέση να δανειστεί χρήματα με τον ίδιο ρυθμό είτε στο Μόναχο είτε στο Μιλάνο.
Όταν αυτό δεν συμβεί -όπως συνέβη όταν οι κάτοχοι ευρωπαϊκών χρεών αποφάσισαν να μειώσουν την έκθεση τους στην Ιταλία και την Ισπανία το 2011- τότε η ΕΚΤ έχει υποχρέωση να κρατήσει ζωντανές τις τράπεζες αυτές, ώστε να μη χαθεί η σύνδεσή τους με την υπόλοιπη οικονομία της Ευρωζώνης.
Η ΕΚΤ, επίσης, σε αντίθεση με άλλες κεντρικές τράπεζες βρίσκεται αντιμέτωπη ακόμη και με τον κίνδυνο να… χάσει μία χώρα, εάν αυτή εγκαταλείψει το ευρώ.
Μέχρι στιγμής, καμία χώρα δεν το έπραξε: οι κυβερνήσεις στην ευρωζώνη δεσμεύτηκαν σοβαρά για το ευρώ και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το νόμισμα είναι πολύ δημοφιλές, ακόμη και αν η ίδια η ΕΚΤ δεν είναι.
Επιπλέον, το κόστος εγκατάλειψης της ευρωζώνης θα ήταν καταστροφικό.
Αλλά οι κυβερνήσεις αλλάζουν και η κοινή γνώμη το ίδιο.
Στην πιο σκοτεινή φάση της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2015, υπήρξε μια σοβαρή συζήτηση στη Γερμανία σχετικά με το εάν θα έπρεπε να ζητηθεί από την Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ, έστω και προσωρινά.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια τέτοια συζήτηση να λαμβάνει χώρα στη Νέα Υόρκη και κάποιος να σκεφθεί να πει στο Μίσιγκαν ότι έφθασε η στιγμή να εγκαταλείψει το δολάριο.
Όπως και οι κεντρικές τράπεζες παντού, η ΕΚΤ κάποτε ήταν ένα αδιαφανές και μάλλον μυστηριώδες χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Ο πρώτος πρόεδρος της ΕΚΤ, Wim Duisenberg, εξέπληξε τις αγορές μειώνοντας τα επιτόκια τον Απρίλιο του 1999.
Ήταν υπερήφανος για αυτό το επίτευγμα.
Τώρα οι κεντρικές τράπεζες παντού, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, είναι πιο προσεκτικές και φροντίζουν να προειδοποιήσουν για την πολιτική που θα ακολουθήσουν και μάλιστα έγκαιρα.
Στην τελευταία συνέντευξη τύπου του ως πρόεδρος, ο Draghi αναγνώρισε ότι η καλή νομισματική πολιτική πρέπει να είναι δημόσια και δημοφιλής.
Ενθάρρυνε την ΕΚΤ και τους εθνικούς ομολόγους της να «επιδιώξουν τη διαφάνεια».
Τέτοιο άνοιγμα, εξήγησε, όχι μόνο θα επηρεάσει τις αγορές αλλά και θα προστατεύσει την αυτονομία των κεντρικών τραπεζιτών.
Η Lagarde θα συνεχίσει να τονίζει τη διαφάνεια.
Στις ακροάσεις της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Lagarde υπογράμμισε ότι «η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής μπορεί να ενισχυθεί με κατάλληλες εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές και με την εμπιστοσύνη του κοινού».
Τόνισε επίσης ότι μία από τις «προτεραιότητες της θα είναι να ενισχύσει αυτή τη γέφυρα με το κοινό».
Έχει σίγουρα τις ικανότητες για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Στο ΔΝΤ, η Lagarde έθεσε θέματα όπως η διάκριση βάσει του φύλου αλλά και τις εισοδηματικές ανισότητες και κατόρθωσε να επιβάλλει μία θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο «σκέφτεται» το ΔΝΤ.
Αν μπορεί να φέρει πειθαρχία και διαφάνεια και στον τρόπο επικοινωνίας των κεντρικών τραπεζών στην ευρωζώνη, ίσως να είναι σε θέση να αυξήσει την εμπιστοσύνη στην ΕΚΤ, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται και τόσο πολύ.
Ταυτόχρονα, η Lagarde θα πρέπει να κατορθώσει να «ενώσει» τους πολιτικούς όλων των χωρών και να τους πείσει ότι ό,τι κάνει το κάνει για το καλό όλης της ευρωζώνης.
Η Γερμανίδα οικονομολόγος Isabel Schnabel προτάθηκε πρόσφατα για μία θέση στο εκτελεστικό συμβούλιο της τράπεζας, όπου η παρουσία της μπορεί να δημιουργήσει ένα άνοιγμα.
 Η Schnabel είναι γνωστή μεταξύ των οικονομολόγων για την προθυμία της να συμμετάσχει σε δημόσιες συζητήσεις σχετικά με τη νομισματική πολιτική.
Πιο σημαντικό, δεν ήταν στο Διοικητικό Συμβούλιο και συνεπώς δεν συμμετείχε στις κόντρες που ξέσπασαν την τελευταία περίοδο της διοίκησης Draghi.
Η υποψηφιότητά της παρέχει στην Lagarde την ευκαιρία να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ της ΕΚΤ και της γερμανικής οικονομικής κοινότητας.
Εάν οι Lagarde και Schnabel μπορούν να διαμορφώσουν ένα κοινό όραμα για τον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΤ, τότε μπορεί να επιτύχουν και την επούλωση των πληγών που έχουν ανοίξει στο διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας.
Ο Draghi είναι ευρέως σεβαστός στον δύσκολο κόσμο των κεντρικών τραπεζιτών για την κατανόηση και την εμπειρία του.
Η ηγεσία του κατά τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης της ευρωζώνης τον έκανε δημοφιλέστερο στο κοινό από τους προκατόχους του.
Ακόμη και οι μη ειδικοί αναγνωρίζουν ότι ο Draghi - περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ευρωπαίο νομοθέτη - ήταν εκείνος που οδήγησε την Ευρώπη εκτός του χείλους της καταστροφής.
Ωστόσο, οι ενέργειες του Draghi τους τελευταίους μήνες έχουν ανοίξει εκ νέου παλιές πληγές και οδήγησαν σε ένα νέο γύρο συζητήσεων για τις επιπτώσεις της νομισματικής πολιτικής.
Από την αρχή της θητείας του, οι ισχυρότερες οικονομίες στην Ευρώπη αντιτάχθηκαν στις προσπάθειές του να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική με τις αγορές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης κλίμακας επειδή ανησυχούν ότι αυτό θα ενθάρρυνε τις κυβερνήσεις στην περιφέρεια της ευρωζώνης να δανείζονται υπερβολικά με χαμηλά επιτόκια και ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους.
Η απόφασή του να επαναφέρει τα μέτρα αυτά τον Σεπτέμβριο προκάλεσε την επανεμφάνιση της αντιπολίτευσης.
Στο ζενίθ της κρίσης το 2011 και το 2012, η Γερμανία ήταν ο πιο επιθετικός αντίπαλος των άμεσων αγορών περιουσιακών στοιχείων.
Τώρα η χορωδία έχει διευρυνθεί: οι Γάλλοι συμμετέχοντες στο Διοικητικό Συμβούλιο έχουν εκφράσει την αποδοκιμασία τους για τα μέτρα.
Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, ο Draghi κατάφερε να ξεπεράσει τη γαλλική και τη γερμανική αντιπολίτευση, αλλά μόνο με κόστος για την αξιοπιστία και τη θέση της τράπεζας.
Το βάρος πέφτει τώρα στους ώμους του Lagarde.
Ως εκ τούτου το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να… θεραπεύσει τις ρωγμές στο εσωτερικό της ΕΚΤ.
Όμως όσο καταναλώνεται χρόνος για να συζητείται το εάν είναι σωστή ή όχι η νομισματική πολιτική, τόσο χάνεται η ευκαιρία να συζητηθεί και η οικονομική πολιτική που ακολουθούν οι χώρες της ζώνης του ευρώ.
Τόσο ο Draghi όσο και ο Lagarde κατέστησαν σαφές ότι η πραγματική πολιτική μάχη έγκειται στις φορολογικές πολιτικές που εφαρμόζουν οι χώρες.
Αλλά για να κερδίσει αυτή τη μάχη, η πρόεδρος της ΕΚΤ πρέπει να κερδίσει τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, συνδυάζοντας συμφέροντα των οικονομιών τόσο διαφορετικά όσο εκείνα της Γερμανίας και της Ελλάδας - κάτι που ευκολότερα λέγεται παρά γίνεται.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS