Τελευταία Νέα
Οικονομία

INE ΓΣΕΕ: Κρίσιμες οι επενδύσεις για την ανάπτυξη - Με αργούς ρυθμούς η μείωση της ανεργίας

tags :
INE ΓΣΕΕ: Κρίσιμες οι επενδύσεις για την ανάπτυξη - Με αργούς ρυθμούς η μείωση της ανεργίας
Κατά κεφαλή μείωση του ΑΕΠ 4.470 ευρώ και 3.300 ευρώ στην κατανάλωση στη δεκαετία της κρίσης
Κρίσιμη είναι η εικόνα που παρουσιάζει η ανάπτυξη της χώρας η οποία κινείται στον άξονα των προσδοκιών με οριακούς πραγματικούς ρυθμούς, με τις επενδύσεις των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων να λυμαίνονται στο 5%, παρουσιάζοντας σημαντική απόκλιση από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο και ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 4.470 ευρώ και η πραγματική κατανάλωση κατά 3.300 ευρώ στην δεκαετία της κρίσης.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από την ενδιάμεση έκθεση για την οικονομία και την απασχόληση του ΙΝΕ –ΓΣΕΕ, το οποίο θεωρεί ότι στη μεταμνημονιακή εποχή το αναπτυξιακό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας δεν πρέπει να εξειδικευτεί σε ορισμένους κλάδους ή να παραμείνει εγκλωβισμένο σε δραστηριότητες σχετικά χαμηλού
τεχνολογικού επιπέδου.
Η ενίσχυση παραδοσιακών δραστηριοτήτων, όπως οι κατασκευές και ο τουρισμός, θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της μετάβασης σε ένα πιο ισόρροπο μοντέλο ανάπτυξης και να συνοδευτεί από την ενίσχυση κλάδων που παράγουν προϊόντα-κλειδιά, ιδίως εκείνων που είναι υψηλής τεχνολογίας και εντάσεως γνώσεως, καθώς και στις αντίστοιχες
υπηρεσίες.

Στα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης συγκαταλέγονται:

1. Η εδραίωση βιώσιμων όσο και ισχυρών αναπτυξιακών προοπτικών για την ελληνική οικονομία απαιτεί έναν κρίσιμο όγκο νέων επενδύσεων στοχευμένων στην αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό της εγχώριας παραγωγικής δομής.
2. Οι επενδύσεις των μη-χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων κυμαίνονται γύρω στο 5% του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και από τα κράτη μέλη της νότιας περιφέρειάς της.
Η υστέρηση αυτή αποτελεί βασική αιτία εμπλοκής των μεσοπρόθεσμων προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.
Το στοιχείο αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές συνυπολογίζοντας ότι το φυσικό κεφάλαιο της ελληνικής
οικονομίας εξακολουθεί να μειώνεται.
Πρέπει να τονιστεί ότι η χρηματοδότηση νέων επενδύσεων θα μπορούσε να γίνει μέσω της χρήσης ιδίων κεφαλαίων, αφού τα αδιανέμητα κέρδη ήταν ίσα με
1,6% του ΑΕΠ το β΄ τρίμηνο του 2019.
Επομένως, με δεδομένα τα ευρήματα αυτά, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αύξηση των επενδύσεων δεν φαίνεται να περιορίζεται τόσο από έλλειμμα χρηματοδότησης όσο από έλλειμμα πρόθεσης των εγχώριων επιχειρηματιών να επενδύσουν.
3. Το β΄ τρίμηνο του 2019 το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ξεπέρασε την κατανάλωσή τους, έπειτα από μια μακρά περίοδο αρνητικών αποταμιεύσεων.
Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος οφείλεται μερικώς στην αύξηση του κατώτατου μισθού και του γενικού επιπέδου των μισθών αλλά και στην αύξηση των
κοινωνικών παροχών το β΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος θα στηρίξει μια υψηλότερη καταναλωτική δαπάνη, καθώς επίσης και εάν η θετική ροή αποταμιεύσεων είναι διατηρήσιμη.
Το 2019 αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη έτος δημοσιονομικών υπεραποδόσεων και υψηλών πλεονασμάτων.
4. Τα αποτελέσματα της Γενικής Κυβέρνησης το β΄ τρίμηνο εμφανίζονται βελτιωμένα έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2018 με όλες τις βασικές κατηγορίες δημόσιων εσόδων να καταγράφουν θετική ετήσια μεταβολή.
Παρά τα υπερπλεονάσματα και την υποχώρηση του κόστους δανεισμού, η μετάβαση του Δημοσίου σε καθεστώς διατηρήσιμης χρηματοπιστωτικής φερεγγυότητας παραμένει αβέβαιη και θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από την εκπλήρωση ή μη των υψηλών αναπτυξιακών προσδοκιών που έχουν καλλιεργήσει οι φοροελαφρύνσεις, τον βραχυμεσοπρόθεσμο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, τις ανισορροπίες σε κρίσιμα ισοζύγια της οικονομίας, καθώς και από τις εξελίξεις στο ευρύτερο εξωτερικό περιβάλλον.
5. Οι φοροελαφρύνσεις θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να βελτιώσουν τις συνθήκες ρευστότητας στην αγορά.
Διατηρούμε όμως επιφυλάξεις ως προς την προσδοκώμενη επεκτατική συμβολή τους.
Η υπόθεση ότι η μείωση των φόρων θα μετασχηματιστεί σχεδόν αυτόματα σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και κυρίως των επενδύσεων είναι χαμηλού ρεαλισμού, ειδικά σε ένα περιβάλλον χρηματοδοτικών περιορισμών και υψηλών δανειακών και άλλων υποχρεώσεων.
Ωστόσο, η μείωση της φορολογίας καθίσταται επιτακτική λόγω της υπέρμετρα υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης ειδικά των νοικοκυριών και των εργαζομένων κατά τη μνημονιακή περίοδο.
Στο πλαίσιο αυτό, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2020 θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από την απόδοση των νέων μέτρων.
Με δεδομένα το υψηλό επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας και την υψηλή ροπή προς κατανάλωση των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων, υψηλότερα μεγεθυντικά οφέλη θα μπορούσαν, κατά την άποψή μας, να διασφαλιστούν μέσω μιας αλλαγής του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής που, παράλληλα με την κινητοποίηση περισσότερων δημόσιωνεπενδύσεων στο πλαίσιο ενός πράσινου αναπτυξιακού σχεδίου, θα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση της φορολογικής
επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των εργαζομένων.
6. Παρόλο που η αγορά εργασίας συνεχίζει να εμφανίζει σημάδια σταθερής ανάκαμψης, η εξέλιξη της ανεργίας βελτιώνεται με αργούς ρυθμούς και όχι πάντα με ίσους όρους για όλες τις ομάδες των εργαζομένων.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ελλάδα οι πιθανότητες μετάβασης από την ανεργία στην εργασία υπολογίζονται σε 7% (επί του ποσοστού της ανεργίας) ‒ 8% για
τους άνδρες και 6% για τις γυναίκες.
Αρκετά πιο δύσκολο είναι να μεταβούν από την ανεργία στην εργασία οι μακροχρόνια άνεργοι (3%) σε σχέση με όσους είναι άνεργοι λιγότερο από ένα έτος
(17%).
7. Η αύξηση των μέσων μισθών τόσο σε επίπεδο πλήρους όσο και μερικής απασχόλησης αντανακλά τη βελτίωση του κλίματος στην αγορά εργασίας.
Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζονται σε αυτήν σημαντικές διαφοροποιήσεις αμοιβών τόσο μεταξύ ανδρών και γυναικών (απόκλιση ημερομισθίου 14,49% τον Απρίλιο του 2019)
όσο και μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων (απόκλιση μισθού 53,5% το αντίστοιχο διάστημα στην πλήρη απασχόληση).
8. Οι δείκτες φτώχειας παρουσιάζονται μειωμένοι το 2018, αλλά παρουσιάζουν αύξηση της τάξης των 26,9 ποσοστιαίων μονάδων από το 2010, με έτος βάσης το 2008.
Ο πληθυσμός που εμφανίζει τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχειας είναι οι άνεργοι, ενώ ακολουθούν ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός και οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι.
Ο δείκτης ανισότητας Gini εμφανίζεται μειωμένος το 2018 κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες.
9. Όσον αφορά τους πολλαπλασιαστές απασχόλησης ως προς τα επαγγέλματα, τον υψηλότερο εμφανίζουν οι «Πωλητές σε καταστήματα» και ακολουθούν οι «Καθαριστές και βοηθοί οικιών, ξενοδοχείων και γραφείων» και οι «υπάλληλοι γενικών καθηκόντων».
10. Η ενεργοποίηση του κατασκευαστικού τομέα θα μπορούσε να δημιουργήσει επεκτατικό αποτέλεσμα βραχυμεσοπρόθεσμα.
Ωστόσο, κατά την άποψή μας, δεν πρέπει να γίνει ξανά το επίκεντρο του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας.
Η συμβολή του έγκειται περισσότερο στην ανάπτυξη άλλων κλάδων, ιδίως εκείνων που παράγουν προϊόντα-κλειδιά, και σε μικρότερο βαθμό στη
δημιουργία συνολικής απασχόλησης.
Από την άλλη πλευρά όμως, η ενσωμάτωση των πράσινων τεχνολογιών στις κατασκευές θα μπορούσαν να έχουν θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, ενώ μια
έμμεση ευεργετική επίδραση είναι η ανάπτυξη τεχνογνωσίας και η δημιουργία αντίστοιχων οικονομιών κλίμακας στην εγχώρια παραγωγή οικολογικών υλικών που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης