Δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων στις ειδικές συνθήκες αναστολής συμβάσεων και ειδικής λειτουργίας επιχειρήσεων

Δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων στις ειδικές συνθήκες αναστολής συμβάσεων και ειδικής λειτουργίας επιχειρήσεων
Μετά το πέρας του διαστήματος της αναστολής, η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, όταν η επιχείρηση - εργοδότης επαναλειτουργήσει
Αναλυτικές διευκρινήσεις για την παράταση της αναστολής συμβάσεων, καθώς και για την επαναλειτουργία των επιχειρήσεων την ημιαπασχόληση και τα δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων στο ειδικό αυτό καθεστώς, δίνει εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας.
Σύμφωνα με αυτή μετά το πέρας του διαστήματος της αναστολής, η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, όταν η επιχείρηση - εργοδότης επαναλειτουργήσει.
Για παράδειγμα, σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με συμφωνημένο χρόνο λήξης την 15η Μαΐου, που ετέθη σε αναστολή την 15η Μαρτίου, ο υπολειπόμενος χρόνος κατά τον οποίο συνεχίζεται η σύμβαση εργασίας όταν η επιχείρηση-εργοδότης επαναλειτουργήσει και ολοκληρωθεί ο χρόνος παράτασης της αναστολής της εν λόγω σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι δύο μήνες.
Η υποχρέωση συνέχισης της σύμβασης εργασίας για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, όταν η επιχείρηση - εργοδότης επαναλειτουργήσει, δεν υφίσταται όταν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσής της, όπως σε περίπτωση επιχειρήσεων – εργοδοτών που από τη φύση λειτουργίας τους είναι εποχικές (π.χ. θέατρα χειμερινής περιόδου, χιονοδρομικά κέντρα, φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών που η λειτουργία τους διαρκεί όσο και το σχολικό έτος κ.α.). Επίσης σε περίπτωση κατά την οποία η απασχόληση του εργαζόμενου δεν είναι δυνατή διότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε συναφθεί για την εξυπηρέτηση αναγκών που δεν υφίστανται πλέον μετά τη λήξη της αναστολής ή της παράτασης της αναστολής τής σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου (π.χ. οδηγοί σχολικών λεωφορείων, η διάθεση ταξιθετριών/ταξιθετών από εταιρεία παροχής υπηρεσιών ενώ έχει απαγορευτεί η πραγματοποίηση παραστάσεων, προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού κ.α.).
Κατά τη διάρκεια της παράτασης της αναστολής λειτουργίας επιχειρήσεων-εργοδοτών με εντολή δημόσιας αρχής αυτές  δεν επιτρέπεται να προβούν σε μείωση του προσωπικού τους με καταγγελία σύμβασης εργασίας και σε περίπτωση πραγματοποίησης καταγγελιών, αυτές είναι άκυρες.
Παράταση αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων σε επιχειρήσεις - εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες επαναλειτουργούν μετά ή κατά το μήνα Μάιο μετά την άρση της αναστολής λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής, δύνανται να παρατείνουν την αναστολή των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους που έχουν ήδη τεθεί σε αναστολή μέχρι του ποσοστού 60% αυτών και να προβούν σε οριστική ανάκληση τουλάχιστον για το 40% αυτών. Η παράταση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας δύναται να είναι κατ’ ανώτατο όριο  (30) ημέρες και μέχρι την 31η Μαΐου. Εάν υπερβούν το ανωτέρω ποσοστό, οι επιχειρήσεις-εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιοι τις αποδοχές των εργαζομένων που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό.
Σε κάθε περίπτωση από 1ης Μαΐου, οι επιχειρήσεις που επαναλειτουργούν, μετά την άρση αναστολής λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής, θεωρούνται πλέον πληττόμενες επιχειρήσεις.
Σε περίπτωση που οι ανωτέρω επαναλειτουργούσες επιχειρήσεις-εργοδότες δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας και συνεπώς προβούν σε οριστική ανάκληση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων τους, δεν εμπίπτουν στο μέτρο απαγόρευσης καταγγελίας σύμβασης για το σύνολο του προσωπικού τους, όσο και στην υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για 45 ημέρες. Συνεπώς αυτές οι επιχειρήσεις-εργοδότες εμπίπτουν στις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Παράταση αναστολής συμβάσεων οι οποίες πλήττονται σημαντικά
Επιχειρήσεις-εργοδότες που πλήττονται σημαντικά και έχουν θέσει σε αναστολή τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου των εργαζομένων τους, δύνανται να παρατείνουν την αναστολή των συμβάσεων εργασίας  μέχρι 60% αυτών και να προβούν σε οριστική ανάκληση τουλάχιστον για το 40%. Η παράταση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων αυτών δύναται να είναι κατ’ ανώτατο όριο τριάντα (30) ημέρες και μέχρι την 31η Μαΐου 2020. Εάν υπερβούν το ανωτέρω ποσοστό, οι επιχειρήσεις-εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιοι τις αποδοχές των εργαζομένων που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό.

Περαιτέρω:
1. Επιχειρήσεις-εργοδότες που κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εμπίπτουν στην απαγόρευση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους για το χρονικό διάστημα παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας και πάντως μέχρι 31η Μάιου 2020, όσο και την υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για σαράντα 45 ημέρες.
2. Σε περίπτωση που  δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων δεν εμπίπτουν στην υποχρέωση να διατηρήσουν τους ίδιους εργαζόμενους και με τους ίδιους όρους εργασίας που είχαν κατά την 21η Μαρτίου 2020.

«Λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας»
Επιχειρήσεις-εργοδότες που ανήκουν στις εν γένει πληττόμενες επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων και αυτών που επαναλειτουργούν κατά τον μήνα Μάιο, όπως αυτές προσδιορίζονται βάσει ΚΑΔ από το Υπουργείο Οικονομικών και πάντως για όσο χρόνο αυτές συνεχίζουν να πλήττονται, μπορούν να εφαρμόσουν το μέτρο της λειτουργίας της επιχείρησης με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. με περίοδο αναφοράς τον μήνα, κάθε εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται κατ’ ελάχιστο δύο (2) εβδομάδες, συνεχόμενα ή διακεκομμένα. Ως περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό της κατ’ ελάχιστον απασχόλησης κάθε εργαζόμενου λογίζεται ο ημερολογιακός μήνας.
2. Εντός κάθε ημερολογιακού μήνα, η κατ’ ελάχιστον απασχόληση κάθε εργαζόμενου πρέπει να είναι δύο πλήρεις εβδομάδες, πέντε εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή έξι εργασίμων ημερών επί εξαημέρου.
3. Οι ανωτέρω πλήρεις εβδομάδες μπορεί να είναι συνεχόμενες ή διακεκομμένες, για παράδειγμα μπορεί να μεσολαβήσει μια εβδομάδα πριν ο εργαζόμενος να απασχοληθεί εκ νέου για μια τουλάχιστον ακόμη πλήρη εβδομάδα. Είναι ευνόητο ότι στις εβδομάδες εργασίας δεν περιλαμβάνονται οι ημέρες πάσης φύσεως νόμιμης άδειας (κανονική, αναρρωτική κ.α.).
4. Ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας πραγματοποιείται ανά εβδομάδα και εντάσσεται σε αυτόν τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης των οποίων οι συμβάσεις δεν τελούν σε αναστολή.
Συγκεκριμένα, στον ανά εβδομάδα προγραμματισμό του προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησης - εργοδότη πρέπει να εντάσσεται τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης του οποίου οι συμβάσεις εργασίας δεν τελούν σε αναστολή, δηλαδή των εργαζομένων των οποίων οι συμβάσεις εργασίας είτε δεν είχαν τεθεί ποτέ σε αναστολή, είτε έχει λήξει η αναστολή, είτε αυτή έχει οριστικά ανακληθεί και αυτοί έχουν επιστρέψει στις θέσεις εργασίας τους.
Ευνόητο είναι ότι, εφόσον η επιχείρηση-εργοδότης δεν έχει κάνει χρήση του μέτρου της αναστολής ή της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού του, το 50% υπολογίζεται επί του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησής του.
Επιπλέον για τη χρήση του ανωτέρω συστήματος ο εργοδότης θα πρέπει να προγραμματίζει ανά εβδομάδα το προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησής του.
Επισημαίνεται, ότι οι επιχειρήσεις - εργοδότες που κάνουν χρήση της ρύθμισης για «Λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας», υποχρεούνται, για όσο χρόνο κάνουν χρήση του μέτρου να διατηρήσουν, τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας, δηλαδή τους ίδιους εργαζόμενους και με τους ίδιους όρους εργασίας, που σημαίνει ότι για τους εργοδότες που κάνουν χρήση της ρύθμισης αυτής, απαγορεύεται ρητά να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους και, σε περίπτωση πραγματοποίησής της, αυτή είναι άκυρη. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρείται η λύση σύμβασης εργασίας με οικειοθελή αποχώρηση, η λύση σύμβασης εργασίας ένεκα συνταξιοδότησης και η λήξη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Χορήγησης κανονικής άδειας στους μισθωτούς σε συνδυασμό με την άδεια ειδικού σκοπού
Η ετήσια κανονική άδεια πρέπει να χορηγείται αυτούσια στον εργαζόμενο, ενώ, και η χρονική περίοδος χορήγησης της αδείας συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, με τον εργοδότη, σε κάθε περίπτωση να είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από την διατύπωση της σχετικής αίτησης από τον εργαζόμενο.
Όσον αφορά στην κατάτμηση της ετήσιας κανονικής άδειας, η νομοθεσία παρέχει δύο δυνατότητες: ι) την κατ` εξαίρεση κατάτμησή της σε δύο περιόδους εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους με απόφαση του εργοδότη, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ιι) την κατάτμησή της, με απόφαση του εργαζόμενου μετά από έγγραφη αίτησή του, προς τον εργοδότη, σε περισσότερες των δύο περιόδων από τις οποίες η μία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες.
Οι διατάξεις περί ετήσιας κανονικής άδειας και κατάτμησης αυτής, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο και στις παρούσες έκτακτες και προσωρινές συνθήκες. Ιδιαίτερα δε, όσον αφορά σε εργαζόμενους γονείς που έχουν κάνει χρήση άδειας ειδικού σκοπού (και συνεπώς εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνη των εργαζομένων που έχουν προβεί σε κατάτμηση του χρόνου αδείας τους σε περισσότερες των δύο περιόδων κατά τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις περί κατάτμησης του χρόνου αδείας), και θέλουν να κάνουν χρήση ετήσιας κανονικής άδειας, μπορούν να το κάνουν εφόσον πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψης ετήσιας κανονικής άδειας και τηρούν τη νομίμως προβλεπόμενη διαδικασία. Ευνόητο είναι ότι και στην περίπτωση αυτή, η μία εκ των περιόδων κατάτμησης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργασίμων ημερών, εκτός εάν οι υπολειπόμενες ημέρες αδείας των εν λόγω εργαζομένων δεν επαρκούν για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης.

Παράταση οφειλών στον e-ΕΦΚΑ
Οφειλέτες-μη μισθωτοί, που είχαν υποβάλει εμπρόθεσμα αίτηση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του e- Ε.Φ.Κ.Α. για τον προσδιορισμό της οφειλής τους, δε χάνουν το δικαίωμα υπαγωγής στη ρύθμιση του παραπάνω νόμου λόγω τυχόν καθυστέρησης της διαδικασίας προσδιορισμού των οφειλών από το φορέα.
Ως υποβολή αιτήματος για τον προσδιορισμό της οφειλής θεωρείται και η είσοδος στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ στις περιπτώσεις οφειλετών που απαιτείται επιβεβαίωση των ασφαλιστικών τους στοιχείων ή οι οφειλές τους είναι υπό επεξεργασία και χωρίς να απαιτείται η τελική επιλογή του επανυπολογισμού ή μη των οφειλών. Στις περιπτώσεις αυτές η υπαγωγή στη ρύθμιση μπορεί να γίνει και μετά το πέρας της καταληκτικής ημερομηνίας, όταν διαβιβαστούν οι οφειλές στο ΚΕΑΟ και εφόσον υποβληθεί η αίτηση (2ο στάδιο) για την υπαγωγή στην ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποβληθεί μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 2020.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com
www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS